Πέμπτη, 13 Φεβρουαρίου 2020 06:05

To αστραφτερό δέρμα του Black Mamba

Από :

Το κείμενο που ακολουθεί χωρίζεται σε τρία κεφάλαια, για καθαρότερη ανάγνωση. Το εγχείρημα του δεν είναι τόσο να περιγράψει την υπόθεση βιασμού του Κόμπι Μπράιντ, αν και η αναλυτική καταγραφή της είναι μάλλον αναπόδραστη. Aφορά περισσότερο τις διακλαδώσεις της. (Σε προηγούμενη έκδοση είχε μεταφραστεί λανθασμένα ένα σημείο της απολογίας του Μπράιαντ, που τώρα διορθώθηκε, ενώ άλλαξε σε εκείνο το σημείο και η αναφορά στην πηγή. Οι διορθώσεις δεν είχαν καμμία συνέπεια σε όλα τα υπόλοιπα μέρη του κειμενου).

Κεφάλαιο 1: Η υπόθεση Μπράιαντ και άλλες δύο υποθέσεις

Στις 26 Φεβρουαρίου του 2012, ο αφροαμερικάνος Τρεϊβόν Μάρτιν από τη Φλόριντα, 17 χρονών, δολοφονήθηκε στο δρόμο για το σπίτι του, λίγο αφότου είχε αγοράσει μερικά πράγματα από ένα μαγαζί ψιλικών. Δολοφόνος ήταν ο Τζορτζ Ζίμερμαν, ένα λευκός εθελοντής περιπολίας στη συνοικία Tουίν Λέικς του Σάνφορντ της Φλόριντα. Είχε άδεια οπλοφορίας από την πολιτεία και το πρόγραμμα εθελοντισμού στο οποίο συμμετείχε, βρισκόταν υπό την γενική εποπτεία του τοπικού αστυνομικού τμήματος. 

Ο Ζίμερμαν μετά την σύλληψη επικαλέστηκε αυτοάμυνα, μία υπερασπιστική γραμμή που στάθηκε στη δίκη και τελικά οδήγησε στην αθώωσή του. Παρόλα αυτά, ειδικά τις πρώτες ημέρες μετά την γνωστοποίηση του, το περιστατικό πυροδότησε μία αλληλουχία διαμαρτυριών κατά της θεσμοθετημένης ένοπλης βίας σε διάφορα μέρη των ΗΠΑ, καθώς συν τοις άλλοις θεωρήθηκε πως ο φόνος του νεαρού ήταν ολότελα επενδεδυμένος με ρατσισμό. Μέχρι και σήμερα άλλωστε, η δολοφονία αποτελεί την πρώτη αιτία θανάτου για τους μαύρους ηλικίας 15-29 χρόνων στη χώρα.

Ανάμεσα στους διαμαρτυρόμενους των ημερών συγκαταλέχθηκε και το ΝΒΑ, όχι μόνο σε επίπεδο μεμονωμένης αντίδρασης, αλλά εν μέρει και θεσμικά. Αρχικά, οι παίκτες των Μαϊάμι Χιτ φωτογραφήθηκαν με σκυμμένα κεφάλια φορώντας κουκούλες, στιγμιότυπο που διαδόθηκε ραγδαία και έλαβε θετικότατης υποδοχής, ενώ στη συνέχεια το σωματείο των αθλητών εξέδωσε ανακοίνωση, ζητώντας χωρίς περιστροφές την καταδίκη του Ζίμερμαν. Η επιθυμία του δεν έγινε πραγματικότητα, καθώς δεν βρέθηκαν ποτέ στοιχεία για να αντικρούσουν την εκδοχή του.

Από το κλίμα συναίνεσης της αθλητικής κοινότητας, πήρε σαφέστατη απόσταση τότε ο μεγάλος σταρ των Λος Αντζελες Λέικερς, Κόμπι Μπράιαντ. Όταν ρωτήθηκε σχετικά με την υπόθεση από τον δημοσιογράφο του New Yorker, Μπεν Μακγκράθ, ο Μπράιαντ εξέφρασε την άποψη πως επρόκειτο για μία περίπτωση αντίστροφης προκατάληψης. "Δεν θα αντιδράσω σε κάτι επειδή το απαιτεί η ταυτότητα μου ως Αφρομερικάνος. Είναι ένα επιχείρημα που δεν έχει καμμία λογική [...]. Aν έχουμε όντως προοδεύσει ως κοινωνία, τότε δεν θα πρέπει να υπερασπιζόμαστε κάποιον επειδή είναι Αφροαμερικάνος. Κάθεσαι και ακούς τα στοιχεία όπως σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση, έτσι δεν είναι; Για αυτό τον λόγο δεν θα πάρω θέση."

Όπως ήταν επόμενο, η τοποθέτηση του συνάντησε αντιδράσεις. Οι επικριτές τον κατηγόρησαν πως δεν είχε αντίληψη της περίστασης, ούτε συμπάθεια προς το προσωπικό δράμα της οικογένειας Μάρτιν, επιχειρήματα που σε βάθος χρόνου αποδέχτηκε τελικά και ο ίδιος, ζητώντας συγγνώμη. Κάμποσο αργότερα, τον Νοέμβριο του 2014, πρόβαλε πλέον μία πολύ διαφορετική θέση επάνω στην υπόθεση της δολοφονίας του Μάικ Μπράουν από αστυνομικό στο Φέργκιουσον, καθιστώντας τις θεσμικές δομές υπεύθυνες για επιλεκτική άσκηση βίας κατά των μαύρων.

Στην ενδιάμεση περίοδο μεταξύ των τοποθετήσεων, ο Μαγκράθ δημοσίευσε το πιθανώς πληρέστερο κείμενο για τον Μπράιαντ που γράφτηκε ποτέ, σκιαγραφώντας "γραμμούλα-γραμμούλα" το προφίλ του μεγάλου παίκτη. Φυσικά, βοήθησε και ο ίδιος, εξηγώντας πολλές από τις στροφές στην καριέρα του, όπως για παράδειγμα την ταραχώδη σχέση του με τον Σακίλ Ο'Νιλ ή την διελκυστική ισορροπία ανάμεσα σε εκείνον και τον Φιλ Τζάκσον. Εντός αυτών, ο δημοσιογράφος προσέφερε και την δική του ματιά επάνω στην αρχική τοποθέτηση του αθλητή στην υπόθεση Μάρτιν, αποδίδοντας την στην ανατροφή του εκτός ΗΠΑ (στην Ιταλία) και στην δυσκολία ένταξης του στην αφροαμερικανική κοινότητα της Φιλαντέλφια, με την επιστροφή της οικογένειας στα πάτρια εδάφη. Κατά την άποψη του αρθρογράφου, ο Μπράιαντ ένιωσε τότε ταυτόχρονα ως insider και outsider του νέου περιβάλλοντος, με αποτέλεσμα να μεταφέρει την αποστασιοποιημένη ματιά του στις μεθύστερες δημόσιες δηλώσεις του.

Mια διαφορετική ερμηνεία ωστόσο, παρουσιάστηκε τις προηγούμενες μέρες από την δημοσιογράφο του The Atlantic, Τζαμέλ Χιλ, η οποία μετά την δολοφονία στο Σάνφορντ είχε ασκήσει άμεση και ευθύτατη κριτική προς τον σταρ των Λέικερς. Όπως αποκάλυψε σε πολύ πρόσφατο άρθρο της, ο Μπράιαντ την είχε πάρει τότε άμεσα τηλέφωνο και η συνομιλία τους κράτησε μία ώρα. Η εξήγηση που της έδωσε (και που φανερά η δημοσιογράφος ασπάστηκε) ήταν πως η θέση του προερχόταν από την δική του εμπειρία, ως ατόμου που στο παρελθόν είχε κατηγορηθεί άδικα για σεξουαλική επίθεση. Ως συνέπεια, απαιτούσε πρώτα πλήρη στοιχειοθέτηση, προκειμένου να αποφασίσει για την κατεύθυνση που θα κλίνει.

Η δημοσιότητα μιας ιδιωτικής υπόθεσης

Ο αθλητής αναφερόταν φυσικά στην περίφημη υπόθεση του καλοκαιριού του 2003, όταν κατηγορήθηκε για βιασμό από εργαζόμενη του ξενοδοχείου Cordillera Lodge and Spa στο Έντουαρντς του Κολοράντο. Η κοπέλα ήταν τότε 19 χρονών, εκείνος 24 και η συνεύρεση τους συνέβη στις 30 Ιουνίου, αφού τον είχε οδηγήσει στο δωμάτιο του, μετά την αποθεραπεία. Ο Μπράιαντ της ζήτησε να επιστρέψει, την κάλεσε μέσα, εκείνη δέχτηκε, όμως ο υπόλοιπος χρόνος που πέρασαν μαζί στάθηκε αντικείμενο αντιδικίας. Η κοπέλα ισχυρίστηκε πως την βίασε, εκείνος υποστήριξε πως έκαναν έρωτα απολύτως συναινετικά.

Την δίωξη του Μπράιαντ ανέλαβε ο κατήγορος Μαρκ Χάλμπερτ και την υπεράσπιση του ο δικηγόρος Χαλ Χάντον, συνέταιρος ενός πανίσχυρου, όσο και πασίγνωστου δικηγορικού γραφείου, που στο παρελθόν είχε χειριστεί με επιτυχία την εκπροσώπηση της οικογένειας Ράμσεϊ, στην πιθανότατα πιο διαβόητη ανεξιχνίαστη υπόθεση δολοφονίας της δεκαετίας του '90 στις ΗΠΑ. Σε εκείνη, διάφορα μέλη μιας οικογένειας από το Μπόλντερ του Κολοράντο, είχαν θεωρηθεί ύποπτα για την δολοφονία και την σκηνοθετημένη απαγωγή της εξάχρονης Τζονμπένετ Ράμσεϊ το 1996, όμως αθωώθηκαν λόγω συγκεχυμένων ευρημάτων DNA, που εκτός από τους Ράμσεϊ ενέπλεκαν και ένα πρόσωπο εκτός της οικογένειας, που δεν έγινε δυνατό να ταυτοποιηθεί ποτέ.

Κάποια χρόνια αργότερα, το καλοκαίρι του 2007, ο συνήγορος Χάντον δημοσίευσε ένα άρθρο στο νομικό περιοδικό Litigation1, με τίτλο "Εκπροσωπώντας μία κατηγορούμενη διασημότητα". Σε αυτό, περιγράφει διάφορες υποθέσεις δημοσίων προσώπων που εκπροσώπησε και εμφανίζεται επικριτικός απέναντι στον ρόλο των media στην κάλυψη δικών πανεθνικής εμβέλειας, υποστηρίζοντας πως συχνά δύναται να διαμορφώσουν την κατάληξη τους, μέσω άσκησης ψυχολογικής πίεσης στους κατηγορουμένους. Χαρακτηριστικά, σχετικά με την υπόθεση Ράμσεϊ, ο Χάντον υποστηρίζει πως "οι αρχές του Μπόλντερ, όντας αποφασισμένες να 'σπάσουν' έναν από τους δύο γονείς, διέρρευσαν στον Τύπο ψευδή και παραπλανητικά στοιχεία, τα οποία είχαν ως στόχο να προκαλέσουν τους Ράμσεϊ να ομολογήσουν, μέσω μιας σοφιστικής υπολογιστικής" (σελ 21). Με απλά λόγια, κατά τον Χάντον, η δημόσια, όσο και στοχευμένη διαρροή επιλεγμένων λεπτομερειών της υπόθεσης, μπορούσε να αντιστρέψει την κατάληξη της. 

Σε ο,τι αφορά την υπόθεση Μπράιαντ παρόλα αυτά, η αναφορά του επάνω στα ίδια ζητήματα είναι περιορισμένη, ίσως διότι σε αυτή την περίπτωση οι αντίστοιχες μέθοδοι αξιοποιήθηκαν από την υπεράσπιση. Υπάρχει πλήθος αναφορών σε διάφορα μέσα, όπως οι New York Times, o Guardian και η New York Daily News2, που παρέχουν σοβαρές ενδείξεις (εώς και αποδείξεις) ότι ο Μπράιαντ απέφυγε την διευθέτηση της αντιπαράθεσης στο ποινικό δικαστήριο, εξαιτίας μιας ενορχηστρωμένης προσπάθειας σπίλωσης της προσωπικότητας της κατηγόρου, η οποία εν τέλει στέφθηκε με επιτυχία.

Για παράδειγμα, ο Χάντον παρουσίασε στοιχεία πως η κοπέλα έκανε χρήση αντι-ψυχωσικών φαρμάκων για την θεραπεία της σχιζοφρένειας, υποστηρίζοντας ότι αποτελούν απόδειξη μειωμένης ικανότητας αντίληψης και κρίσης. Επίσης, το γεγονός ότι στο παρελθόν το κορίτσι είχε αποπειραθεί να αυτοκτονήσει, παρουσιάστηκε ως τακτικισμός (!) σε μία υποτιθέμενη προσπάθεια από μέρους της, να ανακτήσει την προσοχή ενός πρώην συντρόφου της. Τέλος, η υπεράσπιση αντιστάθμισε τη "ζημία" από ευρήματα κακοποίησης στα γεννητικά της όργανα, μέσω του επιχειρήματος πως εκείνες τις ημέρες είχε συνευρεθεί ερωτικά και με άλλους συντρόφους. Προκειμένου να στοιχειοθετηθεί το συγκεκριμένο, ο Χάντον και οι συνεργάτες του ανέτρεξαν μεταξύ άλλων σε ίχνη σπέρματος από εσώρουχο της κοπέλας, το οποίο όμως ήταν διαφορετικό από εκείνο που φορούσε το βράδυ της συνάντησης με τον Μπράιαντ. Ακούγεται εξωφρενικό, όμως εδώ ο στόχος της υπεράσπισης δεν ήταν να ασχοληθεί με το συγκεκριμένο περιστατικό, αλλά να πείσει τον περίγυρο για ένα και μοναδικό γεγονός: Ότι η 19χρονη είχε πολλαπλούς παρτενέρ, κάτι που μεγάλο μέρος του κοινωνικού ιστού συσχετίζει με ελλιπή εγκυρότητα.

Σχετικά, σε άρθρο του 2004 από τους NY Times και τον δημοσιογράφο Κερκ Τζόνσον αναφέρεται: "Eνας ειδικός της υπεράσπισης που εξέτασε τα ιατρικά στοιχεία και που θα καταθέσει στη δίκη, είπε πως τα αποτελέσματα καταδεικνύουν ότι η γυναίκα έκανε σεξ με κάποιον άλλο μετά τον κύριο Μπράιαντ. Όπως υποστηρίζουν ειδικοί περί των σεξουαλικών εγκλημάτων, εάν το σώμα των ενόρκων το πιστέψει, τότε ο ισχυρισμός της δίωξης για τραυματισμό στα χέρια του κυρίου Μπράιαντ θα μπορούσε να καταπέσει".

Σε αυτό το σημείο αξίζει να σημειωθεί πως αρχικά ο Μπράιαντ είχε αρνηθεί οποιαδήποτε γνωριμία με την κοπέλα. Κατόπιν όμως, καθώς διάφορα στοιχεία του εγκληματολογικού δεν επιδέχονταν αμφισβήτησης (βρέθηκε τόσο το αίμα του, όσο και το σπέρμα του επάνω της), η στάση εκείνου και της νομικής ομάδας του άλλαξε. Από άγνωστη, επιχείρησαν να την κάνουν πανεθνικά γνωστή, διαρρέοντας το ονοματεπώνυμο της παράτυπα και συνδυάζοντας τις διαρροές, με τη χιονοστιβάδα προσωπικών λεπτομερειών που περιγράφηκαν μόλις προηγουμένως. Κατά τα πιο διεισδυτικά γραπτά της εποχής, όπως αυτό του Τζόνσον, η τακτική κατέστη καταλυτική, ώστε τελικά η 19χρονη να πάψει να συνεργάζεται με τις αρχές και να δεχτεί την μετατόπιση της υπόθεσης της από τα ποινικά στα πολιτικά δικαστήρια. Ο κατήγορος Χάλμπερτ περιέγραψε την περίοδο εκείνη των διαρροών και της μιντιακής έκθεσης ως "18 μήνες ... αγνής κόλασης", η οποία συνοδεύτηκε μέχρι και από απειλές θανάτου.

Αντιστοιχίες με την υπόθεση Ντέρικ Ρόουζ

Δώδεκα χρόνια αργότερα, σαν να βγήκε από φωτοτυπικό μηχάνημα, η υπεράσπιση του Ντέρικ Ρόουζ σε παρεμφερή υπόθεση βιασμού, πορεύτηκε μέσες άκρες επάνω στο ίδιο μονοπάτι. Τον Αύγουστο του 2015, ο μετέπειτα παίκτης των Νιου Γιορκ Νικς βρέθηκε κατηγορούμενος μαζί με δύο φίλους του, για εισβολή στην οικία μίας γυναίκας με το ψευδώνυμο Τζέιν Ντο και τον ομαδικό βιασμό της.

Όπως είχε το δικαίωμα, την ψευδωνυμία την είχε κατοχυρώσει η ίδια, προκειμένου να προφυλαχτεί από τα φώτα της δημοσιότητας, κάτι που οι δικηγόροι του Ρόουζ επιχείρησαν να ανατρέψουν, προσπαθώντας παράλληλα να χωρέσουν την Ντο σε ένα προσεκτικά διαμορφωμένο κάδρο. Αντιγράφω από άρθρο της Λίντσεϊ Γκιμπς για το Think Progress: "Προσπαθώντας επανειλημμένα να διαρρεύσει δημόσια το αληθινό όνομα της Τζέιν Ντο, όπως και να την παρουσιάσει ως επιθετική και σεξουαλικά περιπετειώδη, η υπεράσπιση του Ρόουζ επικεντρώθηκε περισσότερο στη σπίλωση της προσωπικότητας του θύματος, παρά στην αθώωση του κατηγορούμενου. [Μεταξύ άλλων υποστήριξε πως η Ντο είχε αναρτήσει] 'σεξουαλικά υποδηλωτικές' φωτογραφίες στο Instagram".

Πολλά από τα ανακριτικά πρακτικά της ακόλουθης δίκης βρήκαν τελικά τον δρόμο προς την δημόσια έκθεση, αποκαλύπτοντας έναν κατηγορούμενο, που κατά δήλωση του ούτε κατανοούσε την έννοια της συναίνεσης, ούτε είχε πτοηθεί από τις συνεχείς γραπτές αρνήσεις της Ντο για συμμετοχή σε ομαδικό σεξ. Σε ένα σημείο της κατάθεσης του μάλιστα, ο Ρόουζ παραδέχτηκε πως όταν ζήτησε από τους φίλους του να τον συνοδεύσουν στο σπίτι της μεθυσμένης γυναίκας μετά τα μεσάνυχτα (ενώ είχε ζητήσει μόνο τον ίδιο), εκείνοι δεν ρώτησαν να μάθουν τον λόγο, διότι ... "είμαστε άντρες, μπορείτε να υποθέσετε". Καθώς αποχωρούσαν δε, ο άσος του ΝΒΑ φρόντισε να "ξεφορτωθεί" τα προφυλακτικά, ακολουθώντας πιστά τις υποδείξεις της λίγκας, σχετικά με το πώς να συμπεριφέρονται οι παίκτες σε συγκυρίες περιστασιακών συνευρέσεων.

Ο Ρόουζ αθωώθηκε τελικά λόγω κακοδικίας, διότι η κατηγορούσα αρχή χειρίστηκε λανθασμένα κάποια καταφανώς επιβαρυντικά στοιχεία εναντίον του, τα οποία δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο. Η κατάληξη της αθώωσης μάλιστα, επισφραγίστηκε από ένα στιγμιότυπο, ομολογουμένως σπάνιο. Ο (πρώην) κατηγορούμενος φωτογραφήθηκε με χαρά δίπλα στους ενόρκους, οι οποίοι στήθηκαν δίπλα του ως κοινοί θαυμαστές και κοινές θαυμάστριες.

Η εικόνα τίθεται φυσικά στην κρίση του καθενός και της καθεμίας. Δεν υπάρχει ενδεχομένως τίποτα εγγενώς μεμπτό στο παραπάνω ενσταντανέ, παρόλα αυτά η αναρώτηση σχετικά με τις εξουσιαστικές δομές που το προϋποθέτουν είναι κατά την προσωπική μου άποψη εξίσου έγκυρη και δεν εξαντλείται εντός των δικονομικών ορίων ("αθωώθηκε, συνεπώς δεν τρέχει και τίποτα"). Αντίθετα, επεκτείνεται σε πεδία αλληλεπίδρασης του νόμου με τις ηγεμονικές κοινωνικοπολιτικές αξίες, πεδία που απαιτούν εξαιρετικά προσεκτική χαρτογράφηση. Αν άλλωστε ο νόμος παρείχε ανεξαιρέτως και διαρκώς ηθική κάθαρση, τότε η συνέχεια των δύο υποθέσεων βιασμού που τάραξαν την ηρεμία του ΝΒΑ με διαφορά 12 χρόνων, δεν θα ήταν εκ διαμέτρου διαφορετική στη μετέπειτα αναδίπλωση τους. Ο Ρόουζ, μετά το πέρας της διαδικασίας "εξαφανίστηκε" στην στολή του αθλητή, ενώ ο Μπράιαντ ενδύθηκε την δική του ιστορία σαν δέρμα.

Δέρμα φιδιού.

--------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Kεφάλαιο 2: Η "Mamba" συνέχεια. 

Το νέο ένδυμα

Λίγο μετά την κατάληξη της κύριας υπόθεσης, τον Σεπτέμβρη του 2004, όταν δηλαδή έγινε γνωστό πως ο σταρ των Λέικερς δεν θα διωχθεί ποινικά, ο Κόμπε προέβη σε μία δημόσια δήλωση απολογίας, η οποία δεν είχε προηγούμενο στα δικαστικά χρονικά των ΗΠΑ - τουλάχιστον για άνθρωπο που δεν είχε ούτε καταδικαστεί, ούτε αθωωθεί. Αποσπάσματα της δήλωσης αυτής δημοσιεύτηκαν τις ημέρες που ακολούθησαν τον θάνατο του, όμως πουθενά κατά την αντίληψη μου, δεν δημοσιεύτηκε ολόκληρη. Για να την βρω, ανέτρεξα σε ένα άρθρο εκείνων των ημερών από το ESPN και για λόγους σφαιρικότητας την μεταφέρω σχετικά διευρυμένη, σε ελεύθερη μετάφραση (μπορείτε να την βρείτε πλήρη στα αγγλικά στο λινκ).

"Θα ήθελα να απολογηθώ στην κοπέλα για τη συμπεριφορά μου εκείνο το βράδυ, όπως και για τα επακόλουθα της, τα οποία υπέφερε τον περασμένο χρόνο. [...] Παρόλο που αληθινά πιστεύω ότι η συνεύρεση μας ήταν πλήρως συναινετική, αναγνωρίζω πλέον ότι εκείνη δεν θεωρούσε το ίδιο και πως δεν βλέπει το συμβάν με παρόμοιο τρόπο. Μετά από μήνες επανάληψης των όσων αποκαλύφθηκαν, ακούγοντας τον δικηγόρο της και την κατάθεση της, καταλαβαίνω πώς αισθάνεται ότι δεν συναίνεσε σε αυτή την συνάντηση/συνέρευση" (έμφαση δική μου)

Κατά γενική συμφωνία, οι γραμμές που μόλις διαβάσατε θεωρήθηκαν το λιγότερο αμφίσημες και το περισσότερο ως μία ομολογία βίας ενός ξεκάθαρου θύτη απέναντι σε ένα κρυστάλλινα περιγεγραμμένο θύμα. Όποια εκδοχή και αν επιλέξει καμμία/κανένας, το αδιαμφισβήτητο που προκύπτει είναι πως τελικά κάτι συνέβη και πως ο χαρακτήρας της συνέρευσης κάθε άλλο παρά ήταν πλήρως συναινετικός. Κατόπι, η υπεράσπιση του Μπράιαντ έσπευσε να υποστηρίξει πως η δήλωση εμπεριέχτηκε σε μία προσυμφωνημένη ανταλλαγή μεταξύ των δύο αντιμαχόμενων πλευρών, όμως πέραν του λόγου της, η σχετική εκδοχή δεν επαληθεύτηκε. Αντίθετα, ο ίδιος ο αθλητής δεν αναχώρησε ποτέ από το συγκεκριμένο αμφιλεγόμενο σημείο, ούτε όταν επήλθε οριστικά συμβιβασμός στα πολιτικά δικαστήρια τον Μάρτιο του 2005.

Η συνέχεια είναι λίγο πολύ γνωστή. Έχοντας νιώσει τη φήμη του να δοκιμάζεται, την δημοφιλία του να πέφτει και την οικονομική του ευρωστία να κλυδωνίζεται (εν μέρει φυσικά), λόγω της απώλειας δύο υπερμεγεθών χορηγών3 , ο Μπράιαντ εφηύρε μία νέα περσόνα, την πασίγνωστη "Black Mamba", όνομα φιδιού που είχε δοθεί σε χαρακτήρα της ταινίας Kill Bill του Κουέντιν Ταραντίνο. Όπως περιέγραψε ο ίδιος σε αφιέρωμα της Washington Post στο πρόσωπο του, η ενσωμάτωση μιας φιγούρας που θεωρούσε ως αντιπροσωπευτική του εαυτού του, ήταν ο μοναδικός τρόπος για να ξεπεράσει τα γεγονότα του Κολοράντο.

Η πρώτη που ασπάστηκε αμέσως τη στροφή ενός εκ των πολυτιμότερων περιουσιακών στοιχείων της ήταν η πάντα διορατική ΝΙΚΕ. Έβγαλε το σχετικό logo, στήριξε ένα νέο "παπούτσι-υπογραφή" και επεξεργάστηκε μία αστραφτερή τηλεοπτική διαφήμιση, στρατηγική που κατά τον αρθογράφο της Post, Κεντ Μπαμπ, βοήθησε τα μέγιστα στην εκ νέου αναθεώρηση του προφίλ του αθλητή. Σαν σε αγαστή συνέργεια με την κύρια χορηγό, οι επιτυχίες του Μπράιαντ με ένα διαφορετικό σύνολο των Λέικερς, στο οποίο για πρώτη φορά ήταν αναμφίβολα ο ηγέτης, όπως και η στήριξη που έλαβε από την σύζυγο του και η μετέπειτα εντατική ενασχόληση του με το μπάσκετ γυναικών, συνέστησαν πια έναν ολότελα διαφορετικό χαρακτήρα, εκείνον που αναπολούν εδώ και τρεις περίπου εβδομάδες εκατομμύρια άνθρωποι στον πλανήτη. Πλέον μόνο με ελάχιστους αστερίσκους στην πορεία να θυμίζουν το περιστατικό, όπως η αρχική τοποθέτηση σχετικά με την δολοφονία του Τρεϊβόν Μάρτιν, ο "στοιχειωμένος" Μπράιαντ της περιόδου 2003-06 δεν επανεμφανίστηκε ποτέ, άσχετα αν συνέχισε να υπάρχει.

Η απόκρυφη συζήτηση και μια μάχη εξουσίας

Μέχρι και τον θάνατο του, οι εξαιρέσεις στο ανανεωμένο αφήγημα στάθηκαν ελάχιστες, με πιο σημαντική από αυτές να κρίνεται η διαγραφή του από την κριτική επιτροπή του κινηματογραφικού φεστιβάλ "Animation is Film", τον Οκτώβριο του 2018. Ο Μπράιαντ είχε αρχικά επιλεγεί να συμμετέχει, ως βραβευμένος με Όσκαρ για τη μικρού μήκους ταινία "Dear Basketball", όμως κατόπιν διαβουλεύσεων των εμπλεκόμενων μερών της διοργάνωσης του φεστιβάλ, αποφασίστηκε η αποπομπή του. Ως αιτιoλόγησή της, ο διευθύνων σύμβουλος της παραγωγού εταιρείας Έρικ Μπέκμαν, κατέδειξε τη επιθυμία των διοργανωτών να μην αποσπαστεί η προσοχή από το διαγωνιστικό περιεχόμενο, καθώς προηγουμένως είχε προηγηθεί μαζική καταγγελτική αναφορά διαμέσου του change.org, από την οργάνωση Women and Allies. Η αναφορά, την οποία προφανώς έλαβε υπόψη του το φεστιβάλ, έγραφε: "Οι καιροί καθιστούν επείγον το να πούμε ΌΧΙ στην τοξική και βίαιη συμπεριφορά απέναντι στις γυναίκες. Η παραμονή του Κόμπι Μπράιαντ στην κριτική επιτροπή δηλώνει επιείκεια για τους σεξουαλικούς παραβάτες και περαιτέρω υποβαθμίζει την ορατότητα και τον σεβασμό, που αξίζει στα θύματα παρενόχλησης και επίθεσης".

Στο να έρθουν στην επιφάνεια ανάλογες απόψεις, εξυπηρέτησε η συνθήκη του θανατηφόρου δυστυχήματος. Σε συντριπτικά μικρότερο πλήθος από ό,τι τα διθυραμβικά αφιερώματα, δημοσιεύτηκαν κάποια σκόρπια, όσο και τολμηρά άρθρα, τα οποία επιχειρηματολόγησαν υπέρ της αξιοποίησης της συγκυρίας, προκειμένου να καταλάβουν χώρο στη δημόσια σφαίρα οι απόψεις των θυμάτων σεξουαλικής κακοποίησης5. Για να στοιχειοθετήσουν όμως τα επιχειρήματα τους, αναπαρήγαγαν αναπόφευκτα ως ένα βαθμό την υπόθεση βιασμού, γεγονός που είχε ως κανονιστική συνέπεια τον εξοβελισμό τους από την κυρίαρχη συζήτηση.

Σε αυτόν τον εξοβελισμό συνέβαλαν τα μέγιστα κάποιες αρχικές τακτικές στείρας αναδημοσίευσης. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αποτέλεσε η δημοσιογράφος της Washington Post, Φελίσια Σόνμεζ, η οποία παύθηκε (προσωρινά) των καθηκόντων της, αφότου ανήρτησε ένα tweet υπενθύμισης της υπόθεσης, λίγες ώρες μετά το τραγικό γεγονός. Η Σόνμεζ, όπως αντίστοιχα το Πρώτο Θέμα στη χώρα μας, δεν προέβη σε δικό της σχολιασμό, ούτε επιχείρησε να επεκταθεί στα διακυβεύματα της εξιστόρησης. Πολύ λογικά, η μη θεσμική αντιμετώπιση που εξέλαβε ήταν υπέρ το δέον απορριπτική, καθώς η ανάρτηση της θεωρήθηκε ως προσπάθεια να τραβήξει προσοχή και αναγνωστικό κοινό. Επίσης, η αγόγγυστη αναδημοσίευση άλλων παλαιότερων άρθρων (όπως αυτά που έχω συμπεριλάβει στους συνδέσμους), αξιολογήθηκε γενικά ως ασέβεια απέναντι στις τραγικές φιγούρες του δυστυχήματος. Προσωπικά μάλιστα, πέρα από την δίοδο της απλής αναπαραγωγής, βρήκα εντελώς άστοχες τις υποδείξεις περί οφειλόμενης σύνθλιψης των πένθιμων συναισθημάτων, ως συνέπεια της κατηγορηματικής κρίσης ότι ο Μπράιαντ ήταν βιαστής. Υπάρχει ακόμη η πιθανότητα, παρά την ομολογία τόσο της πράξης, όσο και της μεθύστερης τακτικής σπίλωσης της κοπέλας, να μην ήταν.

Παρόλα αυτά, η περιθωριοποίηση των κειμένων που απέφυγαν το clickbait και επένδυσαν τον λόγο τους με υφή σχολιασμού υπέρ των θυμάτων βιασμού (με μοναδικά προσχήματα την χρονική συγκυρία και τον σεβασμό απέναντι στους νεκρούς), είναι κατά τη γνώμη μου ξεκάθαρα απαράδεκτη. Αλήθεια, αν αποφύγουμε να μιλήσουμε εξωστρεφώς για τις διακλαδώσεις της υπόθεσης Μπράιαντ, σε περίοδο που εκείνη επανέρχεται μοιραία στο προσκήνιο, θυμίζοντας μάλιστα παρόμοιες υποθέσεις όπως του Ρόουζ, πότε θα το κάνουμε; Ποιος ορίζει τον "σωστό" χρόνο; Ακόμη, ποιος/ποια/ποιοι δικαιούνται να αξιολογούν τι μπορεί και τι δεν μπορεί να εισέρχεται στον στίβο της δημόσιας συζήτησης; Τι εξουσία κατέχουν άραγε αυτά τα άτομα και από πού προέρχεται; Και τελικά, πώς γίνεται η αναδημοσίευση μίας υπόθεσης που κατέληξε το λιγότερο αμφιλεγόμενα, να οδηγεί στον ασπασμό της μίας εκδοχής, εκείνης που πανέξυπνα εισήγαγε η πολυμήχανη NIKE;

Η δύναμη των αθλητών

Τα ερωτήματα, όσο και αν θα ήταν κολακευτικό να τα παρουσιάσω ως ρηξικέλευθα, έχουν φυσικά τεθεί επανειλημμένα, άσχετα αν δίνουν μία αέναη, όσο και μάταιη μάχη εγκαθίδρυσης. Mε αυτά επιχειρήσαν να καταπιαστούν κάποιοι/κάποιες δημοσιογράφοι σε σχέση με την υπόθεση Μπράιαντ, ήδη από τον καιρό της διευθέτησης της. Ο προαναφερθής Κερκ Τζόνσον για παράδειγμα, είχε θέσει το θέμα της κατοχής της εξουσίας, γράφοντας στους NY Times πως "εκείνο [που σε αυτές τις περιπτώσεις] ξεχωρίζει την κατήγορο από τον κατηγορούμενο είναι [...] η δύναμη. Ο κύριος Μπράιαντ έχει εξουσία σε πλεόνασμα ως πλούσιος σταρ των Λος Άντζελες Λέικερς και η κοπέλα που τον κατηγορεί, μία υπάλληλος ξενοδοχείου σε μία μικρή πόλη του Κολοράντο, δεν έχει".

Περιφραστικότερα, η θέση του αρθογράφου θα μπορούσε να διατυπωθεί ως εξής: H εξουσία του Μπράιαντ έναντι ενός πιθανού θύματος, δεν αποτέλεσε αποκλειστικά προϊόν της οικονομικής του ευμάρειας, η οποία τον έβαζε αυτονόητα σε θέση προβαδίσματος στην δικαστική αντιδικία. Το ξεκάθαρο πλεονέκτημα της ταξικής διαφοράς, εκείνης δηλαδή που επέτρεπε σε μία πλειάδα από δικηγόρους να εργάζονται υπέρ των συμφερόντων του, υποβοηθήθηκε επιπλέον από την ιδιότητα της αθλητικής διασημότητας, δηλαδή από μία εκ των πιο κοπιαστικά αποδομήσιμων ταυτοτήτων της δημόσιας ζωής. Είναι τρομερά δύσκολο να αποκαθηλωθούν τα αθλητικά είδωλα, πόσο μάλλον όταν το δικονομικό περιβάλλον δεν μπορεί να θεωρηθεί απαλλαγμένο από τις δικές του ιδεολογικές προσαρτήσεις.

Προς επίρρωση του τελευταίου, μία έρευνα που δημοσιεύτηκε το 2015 στο επιστημονικό περιοδικό Law and Society Review5 και αφορούσε την πολιτεία του Μίσιγκαν, αποκάλυψε πως οι νομικοί εκπρόσωποι της (είτε κατήγοροι, είτε συνήγοροι υπεράσπισης), συσχέτιζαν συστηματικά τα σεξουαλικά εγκλήματα με τις κατώτερες εισοδηματικές τάξεις. Στο μυαλό των συνεντευξιαζόμενων από την αναπληρώτρια καθηγήτρια του πανεπιστημίου του Dayton, Τζέιμι Σμολ, οι φτωχότεροι άντρες είχαν μεγαλύτερη πιθανότητα να διαπράξουν παραβάσεις αυτής της φύσεως, σε σχέση με ευπορότερους συμπολίτες τους. Την στιγμή που γράφεται αυτό το κείμενο εξάλλου, το πανεπιστήμιο του Michigan State, δηλαδή ένα εκ των δύο μεγαλύτερων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων της ίδιας πολιτείας, συνταράσσεται από τις κατηγορίες εναντίον τριών μελών της πασίγνωστης και πάμπλουτης ομάδας μπάσκετ των Spartans για ομαδικό βιασμό της φοιτήτριας Μπέιλι Κοβάλσκι, η οποία έχει επιπρόσθετα μηνύσει το ινστιτούτο για παρακώλληση της διαδικασίας καταγγελίας.

Οφείλουμε να αναρωτηθούμε τι γεννά αυτές τις αντιλήψεις, όπως και τι τις νομιμοποιεί. Αν οι διάσημοι αθλητές, ως δημόσια και οικονομικά παντοδύναμα πρόσωπα, χαίρουν εκ προοιμίου κάποιας προστασίας, δεν αρκεί η διαπίστωση. Η ανάλυση πρέπει να ακουμπήσει την διαδικασία παραγωγής.

Καθώς καθημερινά τα media στρέφονται όλο και περισσότερο στη διήγηση προσωπικών ιστοριών, αξίζει να διερευνήσουμε την πιθανότητα να συμμετέχουμε οι ίδιοι/οι ίδιες στην ανέγερση αγκρέμιστων κάστρων, ακόμη και όταν ο λόγος μας αφορά ξεκάθαρα θετικές κρίσεις. Άραγε τι υπηρεσία προσφέρει η εξύμνηση των αθλητών για πράγματα αυτονόητα, όπως η προβεβλημένη φιλανθρωπία, μία ανθρωπιστική δήλωση ή η δημιουργία οικογένειας; Και τι εξυπηρετεί η συνεχής υπενθύμιση του ρόλου του προτύπου, δίπλα από εκείνον του αθλητή; Όταν έρθει η απαραίτητη στιγμή της αντιστροφής, η αποτυχία δεν είναι απλώς παταγώδης, αλλά και βλαπτική για τα μέλη του κοινωνικού συνόλου, που ιστορικά έχουν καθηλωθεί σε ρόλους μειονεξίας, όπως διαχρονικά οι γυναίκες έναντι των αντρών.

--------------------------------------------------------------------------

Κεφάλαιο 3 : Η ιστορία της QT

H ιστορία του Κόμπε Μπράιαντ δεν αφορά τον ίδιο, αφορά εξίσου (ή πολύ περισσότερο) τα θύματα των σεξουαλικών παραβατών, που φυλακίζονται στην αφάνεια. Σύμφωνα με τον μεγαλύτερο οργανισμό ενάντια στην σεξουαλική βία στις ΗΠΑ, το περίφημο RAINN, στη χώρα καταγγέλονται μόλις 230 από κάθε 1000 σεξουαλικές επιθέσεις. Επίσης, καθώς τα εγκλήματα αφορούν συνήθως τον λόγο του ενός μέρους έναντι του άλλου, οι βιασμοί παρουσιάζουν τη μικρότερη αναλογία καταδικαστικών αποφάσεων/καταγγελιών6 σε σχέση με όλα τα υπόλοιπα ποινικά εγκλήματα (μόλις το 1% των καταγγελθέντων εκτίει ποινή). 

Ειδικά για το έτος 2003 και την πολιτεία του Κολοράντο, όπως κατέγραψε η "Συμμαχία του Κολοράντο κατά των Σεξουαλικών Επιθέσεων"7 και αναδημοσίευσε η Daily News, οι κατατεθιμένες καταγγελίες για βιασμό στην πολιτεία μειώθηκαν κατά 10%, ένα νούμερο σχεδόν δυσθεώρητο. Το φθινόπωρο εκείνης της χρονιάς το θυμάμαι έντονα, με είχε βρει στο Ντιτρόιτ.

Ημουν τότε 24 και δούλευα για το πρώτο τρίμηνο ως TA (teaching assistant) στο πανεπιστήμιο Wayne St, στην καρδιά της πόλης, παραδίδοντας το βασικό μάθημα της δημόσιας ομιλίας (public speaking). Η σύνθεση του πανεπιστημίου ήταν πολυποίκιλη, με πολλούς μαθητές και πολλές μαθήτριες να προέρχονται από τα γκετο της πόλης, τα οποία εκτείνονταν σε έναν χώρο περίπου έξι τετραγωνικών μιλίων, από τα δύο εώς και τα οκτώ μίλια απόσταση από το κέντρο: Το περίφημο 8 mile. Ένα σεβαστό ποσοστό από τα παιδιά αυτά αποκτούσε τη δυνατότητα φοίτησης μέσω κρατικών προγραμμάτων χρηματοδότησης (financial aid), μιας και οι νεαροί και οι νεαρές είχαν διαβιώσει ως τα 18 υπό το είδος των συνθηκών, που εμείς συνηθίζουμε να αποκαλούμε "άθλιες". Επίσης, κακά τα ψέματα, το μορφωτικό τους επίπεδο - όπως εννοείται δημοφιλώς - ήταν εμφανώς χαμηλότερο από εκείνο των συμμαθητών/συμμαθητριών τους, άσχετα με τις λοιπές καταπληκτικές τους ικανότητες.

Στη μέση του ρούκι τριμήνου μου στη διδασκαλία, παρατήρησα πως μία μαύρη μαθήτρια, που (δεν) άκουγε στο όνομα QT ήταν έγκυος. Αρχικά δεν φαινόταν, όμως από τον Οκτώβριο και μετά η κοιλιά της είχε μεγαλώσει κάμποσο και οι κινήσεις της στην τάξη ολοένα και δυσκόλευαν. Τα ατομικά θρανία ήταν πολύ στενά και οι χώροι της συγκεκριμένης αίθουσας κάπως ασφυκτικοί. Η QT, αν θυμάμαι καλά, ήταν μόλις 18 και δεν τα πήγαινε ακριβώς περίφημα στην δόμηση των σκέψεων. Όμως ο λόγος της είχε αληθινή σπίθα, με ευφάνταστες χρήσεις της γοητευτικής γλώσσας των αφροαμερικάνων. Δεν μιλούσε βέβαια ποτέ δυνατά και έδειχνε μονίμως ράθυμη, ακόμη και πριν βαρύνει το σώμα της από την εγκυμοσύνη.

Ένα πρωί, κάπου στον Νοέμβρη και αφού είχε απουσιάσει για τρία συναπτά μαθήματα, εμφανίστηκε στην τάξη νωρίτερα από όλους τους συμμαθητές και τις συμμαθήτριες της και κάθισε γρήγορα σε ένα θρανίο, πίσω δεξιά όπως κοιτούσα τα παιδιά. Στο τέλος της ώρας, θέλησε να φύγει τελευταία, περιμένοντας υπομονετικά τη δική μου αποχώρηση. Πλησίασα καπως για να την ρωτήσω αν ανάρρωσε και τότε πρόσεξα μία μεγάλη, κατάμαυρη μελανιά στο ύφος του αριστερού της ματιού, που εκτεινόταν μέχρι την καταληξη της ακρολοφίας της γνάθου. Καθώς όμως εκείνη τη στιγμή εισέβαλαν στην αίθουσα δύο μαθητές από την επόμενη παράδοση, της έγνεψα ξεκάθαρα να έρθει να με βρει στο γραφείο των βοηθών. Ανέβηκα επανω γρήγορα, φώναξα μία συνάδελφο να καθίσει στην απέναντι γωνία και άφησα την πόρτα ανοιχτή, καθόλη τη διάρκεια της σύντομης συνομιλίας με το κορίτσι.

Η QT μπήκε μέσα διστακτικά. Με χαμηλότονη φωνή τις έκανα δύο τρεις τυπικές ερωτήσεις περί του μαθήματος και ζήτησα να μάθω αν επιθυμούσε κάποια βοήθεια με τις σημειώσεις, προκειμένου να καλύψει το χαμένο έδαφος από τις απουσίες. Αμέσως μετά, δεν μου επέτρεπε η θέση μου τίποτε παραπάνω, την ρώτησα αν είναι καλά. "I'm not supposed to talk about that", μου απάντησε και από αυτό το σημείο και ύστερα, η ιστορία της QT δεν έχει καμμία σημασία, γιατί το φως κρύβει όσα και το σκοτάδι.

------------------------------------------------------------------------------------------------------

Σημειώσεις

Αρχικά, ο Λεωνίδας πρόσφερε πολύτιμες πηγές, όπως και ιδέες. Ο Νικόλας πέρασε μια βόλτα από το κείμενο και η Βάλια, όπως πάντα, έδωσε το τελικό οκ. Συζητούσα και με τον Δημήτρη, μονίμως.

1. Hal Haddon, "Representing a Celebrity Criminal Defendant", Litigation, Vol. 33, No. 4, People, Practice, Pitfalls (Summer 2007), pp. 19-25

2. Το άρθρο της New York Daily News είναι το "The lasting effects of Kobe Bryant’s rape case", από τον Μπράντφορτν Γουίλιαμ Ντέιβις, 29 Ιανουαρίου 2020. Δεν είναι διαθέσιμο online στην Ευρώπη, μπορώ όμως να το στείλω σε όποιον/όποιαν ενδιαφέρεται.

3. Οι χορηγοί που έσπασαν τους δεσμούς τους με τον Μπράιαντ ήταν οι Coca Cola και McDonalds.

4. Δύο πολύ όμορφα άρθρα που διάβασα σχετικά δημοσιεύτηκαν στο The Outline και στο Wear Your Voice.

5. Jamie L. Small, Classing Sex Offenders: How Prosecutors and Defense Attorneys Differentiate Men Accused of Sexual Assault, Law & Society Review, Vol. 49, No. 1 (MARCH 2015), pp. 109-141

6. Σύμφωνα με το CNN, στην Ελλάδα συμβαίνουν 4.500 βιασμοί κάθε χρόνο. Από αυτούς καταγγέλονται μόλις οι 200, με τη χώρα μας να καταγράφει έναν από τους χαμηλότερους δείκτες καταγγελιών στην Ευρώπη.

7. Colorado Coalition Against Sexual Assault

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « Αυστραλία: Ο Πάτι Μιλς και η νέα πληροφορία.

Basketballguru.gr 2018 All righs reserved.      Designed and Developed by Web Rely