Τετάρτη, 09 Οκτωβρίου 2019 09:25

Η διαδρομή του Λουίς Σκόλα μέσα στο χρόνο

Από :

Μία από τις ιστορίες που μας τράβηξαν τα φώτα την περίοδο του Μπυντομπάσκετ ήταν αυτή της εθνικής Αργεντινής και του αειθαλή Λουίς Σκόλα. Μετά από μία εξαιρετική διοργάνωση, που συνοδεύτηκε από το ασημένιο μετάλλιο και τη βράβευση του ως μέλος της καλύτερης πεντάδας, αρκετοί αναρωτιόμασταν εάν θα μπορούσε να συνεχίσει την καριέρα του το ίδιο επιτυχώς σε κάποια ομάδα της Ευρωλίγκα στην ηλικία των 39 ετών ή θα παρέμενε στο χαμηλότερου επιπέδου, Κινεζικό πρωτάθλημα. Τελικά, μετά από ορισμένα μεταγραφικά σενάρια περί ενδιαφέροντος της Ρεάλ Μαδρίτης, η «μπίλια» έκατσε στο κοσμοπολίτικο Μιλάνο και στην Αρμάνι ή Ολίμπια αν θέλετε.

Επιστροφή λοιπόν στην Ευρώπη μετά από δώδεκα χρόνια και τη σεζόν 2006/07 (όταν αγωνίστηκε με τη φανέλα της Τάου Κεράμικα-νυν Μπασκόνια) για έναν διαφορετικό Σκόλα σε σχέση με αυτόν που είχαμε πρωτογνωρίσει ή σε σχέση με αυτόν που αγωνίστηκε με επιτυχία στο ΝΒΑ, κάτι που δείχνει ένα πράγμα: Πως η εξέλιξη για έναν αθλητή δεν σταματάει ποτέ, είτε είναι σε μικρή ηλικία είτε προς τη δύση της καριέρας του. Σε συνδυασμό δε με την καλή εκγύμναση κατά τη διάρκεια της, μπορεί να την παρατείνει και να στέκεται παραπάνω από αξιοπρεπώς σε υψηλό επίπεδο. Ο Σκόλα αποτελεί ένα παράδειγμα, κάτι το οποίο θα προσπαθήσουμε να αναδείξουμε στο κείμενο μέσω και μιας αναδρομής στην καριέρα του.

Τα πρώτα Ευρωπαϊκά βήματα.

Στην Ευρώπη ο Σκόλα πρωτοεμφανίστηκε πριν περίπου μια εικοσαετία, το 1998, όταν ο γεννημένος στο Μπουένος Άιρες νεαρός μεταγράφηκε από την Φέρρο Οέστε στην τότε Τάου Κεράμικα, η οποία με τη σειρά της τον έδωσε δανεικό στη Χιχόν για δύο έτη. Στη χώρα των Βάσκων παρέμεινε συνολικά επτά χρόνια, στη διάρκεια των οποίων κατέκτησε πρωτάθλημα Ισπανίας, κύπελλο και σούπερ καπ, ενώ έφτασε τρεις φορές σε φάιναλ φορ και μία φορά σε τελική σειρά, το 2001, χάνοντας το τρόπαιο από την Κίντερ Μπολόνια με 3-2 νίκες - ναι, τότε κρινόταν ο πρωταθλητής σε best-of-five. Προπονητής εκείνης της Κίντερ, ο νυν της Αρμάνι, Έτορε Μεσίνα και MVP των τελικών ο άνθρωπος τον οποίο ο Σκόλα έτρεξε να αγκαλιάσει πρώτος στον ημιτελικό του Παγκοσμίου, στην κορυφαία στιγμή του τουρνουά, Μάνου Τζινόμπιλι.

Το επόμενο καλοκαίρι επιλέχτηκε στο νούμερο 56 του ντραφτ από τους Σαν Αντόνιο Σπερς, δύο περίπου  μήνες προτού κατακτήσει το ασημένιο μετάλλιο στο Μουντομπάσκετ της Ινδιανάπολις με την εθνική ομάδα της χώρας του. Στα επτά χρόνια παρουσίας στην Ευρωλίγκα αγωνίστηκε σε 144 παιχνίδια με μέσο όρο 14.3 πόντους, 5.6 ριμπάουντ, 1.2 ασίστ και 58% ποσοστό στα σουτ δύο πόντων. Σε αυτά τα 144 παιχνίδια σούταρε έντεκα μόλις τρίποντα.

Ο μακρυμάλλης (όπως κάθε Αργεντινός παιχταράς που σεβόταν τον εαυτό του τις περασμένες δεκαετίες, έτσι και αυτός είχε μακρύ μαλλί) πάουερ φόργουορντ αποτέλεσε επί σειρά ετών έναν εκ των κορυφαίων, αν όχι τον κορυφαίο παίχτη στη θέση του, σε μία εποχή που οι στρετς ψηλοί δεν ήταν ακόμα της μόδας ή τουλάχιστον, δεν ήταν τόσο απαραίτητοι στις ομάδες.

Ας θυμηθούμε λίγο τα χρόνια της χαίτης στην Ευρώπη με την εξαιρετική ομάδα του Ντούσκο Ιβάνοβιτς. Τι ήταν αυτό που τον χαρακτήριζε; Το εξαιρετικό ποστ παιχνίδι του. Το δύσκολο για τον αντίπαλο ήταν να μην αφήσει τον Σκόλα να πάρει τη μπάλα κοντά στη ρακέτα. Άπαξ και την έπαιρνε το έργο του αμυνομένου γινόταν δύσκολο, καθώς είχε εξαιρετικά τελειώματα και μπορούσε να απελευθερωθεί εύκολα, ρολάροντας στο κορμί του αντιπάλου χάρη στο φανταστικό footwork του.  

 

Πολύ καλός ριμπάουντερ, έτρεχε γρήγορα το γήπεδο και τελείωνε ιδανικά φάσεις πικ εν ρολ με τα short dives του, είτε με πικ εν ποπ και σουτ από μέση απόσταση. Ο τρόπος που έβαζε το κορμί του και ρόλαρε στο καλάθι ήταν ιδανικός.

 

Από τη Βιτόρια στο ΝΒΑ

Το καλοκαίρι του 2007, πέντε χρόνια αφότου είχε επιλεγεί από τους Σπερς στο ντραφτ, είχε φτάσει η ώρα να κάνει το επόμενο βήμα στην καριέρα του και δη για την πολιτεία του Τέξας. Όχι όμως για το Σαν Αντόνιο, αλλά για το Χιούστον1 σε μία ανταλλαγή που περιλάμβανε τα δικαιώματα του ίδιου αλλά και του Βασίλη Σπανούλη, που θα έκανε το αντίθετο δρομολόγιο, με την κατάληξη της συγκεκριμένης ιστορίας να είναι γνωστή. Ο τζένεραλ μάνατζερ των Ρόκετς, Ντάριλ Μόρεϊ, τον επέλεξε για να γίνει μέλος των Ρόκετς υπό τις οδηγίες του Ρικ Έιντελμαν και συμπαίκτης με τους Γιάο Μινγκ και Τρέισι Μακγκρέιντι.

Το οξύμωρο της υπόθεσης είναι πως επιλέχτηκε από τον GM θιασώτη των πολλών τριπόντων, σε μία εποχή βέβαια για το ΝΒΑ που η έμφαση στον ρυθμό και το άπλωμα του γηπέδου, όπως και τα προηγμένα αναλυτικά στατιστικά, δεν ήταν ακόμα στο προσκήνιο. Στο Χιούστον ο αγαπημένος Γκαούτσο παρέμεινε για πέντε σεζόν, αγωνίστηκε σε 386 παιχνίδια κανονικής περιόδου, εκ των οποίων στα 343 βασικός, έχοντας 14.5 πόντους, 7.7 ριμπάουντ, 2 ασίστ μέσους όρους, αγωνιζόμενος ως επί το πλείστον πάουερ φόργουορντ και λιγότερο ως σέντερ. Στο προ-moreyball Χιούστον αποτέλεσε ακρογωνιαίο λίθο της ομάδας με την ικανότητα του να συμμετέχει στη ροή της επίθεσης των Ρόκετς τόσο εκτελεστικά, όσο και δημιουργικά. Highlight αποτέλεσαν οι 44 πόντοι εναντίον των Νετς του Νιου Τζέρσεϊ με 20/25 σουτ.

Ακολούθησαν δύο χρονιές στην Ιντιάνα, μία στο Φοίνιξ, μία στο Τορόντο και μία στο Μπρούκλιν τη σεζόν 2016/17, η οποία αποτέλεσε και την τελευταία του χρονιά στον «μαγικό» κόσμο του ΝΒΑ. 

O Σκόλα στο ΝΒΑ ήταν καθαρά παίχτης «ζωγραφιστού», που προτιμούσε το ποστ παιχνίδι και το σουτ από μέση απόσταση. Ενδεικτικά να αναφέρω πως στα πέντε χρόνια στο Χιούστον είχε σουτάρει συνολικά 17 τρίποντα, 16 τη μία χρονιά στο Φοίνιξ, 27 στα δύο χρόνια στην Ιντιάνα.  Η αλλαγή στον τρόπο παιχνιδιού εντοπίζεται περίπου την περίοδο της ανόδου των Γουόριορς και του pace and space. Δείτε το παρακάτω ενδεικτικό shot chart της καριέρας του από το σάιτ NBAsavant.com . Τα 211 εκ των σουτ τριών πόντων αφορούσαν τις δύο τελευταίες χρονιές του στο ΝΒΑ, τις σεζόν 2015-2017.

Δεν ήταν τυχαία αυτά. Οι ομάδες άρχισαν να σουτάρουν περισσότερο από μακριά, καθώς τα ενδιάμεσα σουτ ήταν «κακά σουτ» και αρκετοί παίχτες που έως τότε έπαιζαν πλάγιοι μετακινήθηκαν στη θέση «4», ενώ φυσικά αρκετοί ψηλοί άρχισαν να παίζουν ως… περιφερειακοί, καθώς έπρεπε να αρχίσουν να σουτάρουν τρίποντα ή ακόμα και να μαρκάρουν περιφερειακούς, εάν επιλεγόταν μία άμυνα με αλλαγές. Και αν στο κομμάτι της άμυνας ήταν δύσκολη η προσαρμογή, επιθετικά ο Σκόλα έκανε αυτό που χρειαζόταν για να εξελίξει το παιχνίδι του. Αφού σούταρε που σούταρε μακρινά δίποντα, έπρεπε απλώς να τραβηχτεί πιο πίσω και να επιχειρεί με μεγαλύτερη συχνότητα τρίποντα. Από το απόλυτο μηδέν έφτασε στα δύο τρίποντα ανά παιχνίδι στο Τορόντο με 40% ευστοχία και στα 1.4 στους Νετς με 34% ευστοχία.

Από την Κίνα πίσω στην Ευρωλίγκα

Τον Φλεβάρη του 2017 έμεινε ελεύθερος από τους Νετς και το καλοκαίρι εκείνης της χρονιάς μετέβη –όπως αρκετοί παίχτες άλλωστε- στο πρωτάθλημα της Κίνας, φορώντας τη φανέλα δύο ομάδων, των Γενναίων Δράκων του Σανξι και των Καρχαριών της Σαγκάη, όπου ήταν συμπαίχτης του Τζίμερ Φρεντέτ. Έχοντας λοιπόν, ένα κενό δύο χρόνων για την εικόνα που μπορεί να έχει ο παίχτης, σε συνδυασμό με τη δυναμική του πρωταθλήματος της Κίνας, αρκετοί είχαμε την απορία για το πώς θα εμφανιστεί στο πρόσφατο παγκόσμιο. Και εκεί είδαμε τον νέο και ανανεωμένο Λουίς Σκόλα. Έναν Σκόλα που θα τραβιόταν πιο μακριά από τη ρακέτα, θα δοκίμαζε αρκετά σουτ από την περιφέρεια, θα άφηνε τους σέντερ της ομάδας να κάνουν τη βρώμικη δουλειά και (όπως στον αγώνα με τη Γαλλία) θα γινόταν ο “Splash Gaucho”, σε μία Αργεντινή που λάτρεψε το 5-out παιχνίδι, με πέντε παίχτες να σουτάρουν από μακριά. Για την ακρίβεια, στο τουρνουά σούταρε κατά μέσο όρο 3.5 τρίποντα με 38% ευστοχία.

Οι εμφανίσεις του απέναντι σε νεότερους αντιπάλους έκαναν τον Έτορε Μεσίνα να προσφέρει τη θέση του βασικού πάουερ φόργουορντ στον Αργεντινό σταρ, στην προσπάθεια των Ιταλών της Μιλάνο να επανέλθουν σε υψηλό επίπεδο στην Ευρωλίγκα. Πρώτο τεστ αποτέλεσε η Μπάγερν Μονάχου, όπου περιμέναμε με αγωνία την επιστροφή του σπουδαίου προπονητή στο ευρωπαϊκό στερέωμα και το πώς θα παρουσιαστεί η Αρμάνι. Οι απουσίες βέβαια σημαντικών παιχτών, όπως οι Νέντοβιτς, Μίτσοφ δεν βοήθησαν στο να βγουν ασφαλή συμπεράσματα. Είδαμε όμως τον τρόπο που σκέφτεται να αξιοποιήσει τον Σκόλα ο Μεσίνα. Είτε ως παρτενέρ του Κάλεμπ Ταρζέφσκι στη θέση «4», είτε ως σέντερ και παρτενέρ του τον Τζεφ Μπρουκς (ο Άαρον Ουάιτ χρησιμοποιήθηκε ελάχιστα). Στην πρώτη περίπτωση σε αρκετά plays λειτούργησε ως ο στρετς ψηλός που θα σουτάρει από την περιφέρεια (2/6 τρίποντα), ενώ σε αρκετές άλλες υποδέχτηκε τη μπάλα στο χαμηλό ποστ, ώστε να κάνει αυτό που ξέρει καλύτερα από τους περισσότερους ψηλούς στην Ευρωλίγκα, δείχνοντας πως παρά τα 39 του έτη, το footwork του παραμένει εξαιρετικό.

Φαντάζομαι πως στην πορεία της χρονιάς θα δούμε περισσότερες σκέψεις του Ιταλού αλενατόρε για τον τρόπο αξιοποίησης του Σκόλα –ενδεχομένως και αν θα τον ξεκουράζει σε κάποια ματς, βλέπε load management- , λαμβάνοντας υπόψη και επιρροές από τη φιλοσοφία του Πόποβιτς. Ας μην ξεχνάμε πως ο Μεσίνα φερόταν ως ένας εκ των υποψήφιων αντικαταστατών του νυν προπονητή των Σπερς, όταν αποφασίσει να αποσυρθεί.

Ο Σκόλα άλλαξε. Η εξέλιξη ενός αθλητή δεν θα πρέπει ποτέ να σταματάει, όποια και να είναι η ηλικία του. Ο κοντοκουρεμένος και πλέον με γκρίζους κροτάφους Αργεντίνος δείχνει τον δρόμο. Εμείς θα συνεχίσουμε να τον απολαμβάνουμε να αγωνίζεται και από φέτος θα υποστηρίζουμε και λίγο την Αρμάνι. Vamos Luis.

Σημειώσεις: τα στατιστικά είναι από το σάιτ της Ευρωλίγκα, του ΝΒΑ και από το basketball-reference.

1το πόσο σημαντικός παίχτης ήταν για το Χιούστον μπορείτε να διαπιστώσετε και στο παρακάτω κείμενο: https://www.espn.com/blog/onenacion/post/_/id/6402/the-returning-luis-scola-honored-by-the-houston-rockets

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « Ευρωλίγκα 2019-2020: Μία αριθμητική εικόνα

Basketballguru.gr 2018 All righs reserved.      Designed and Developed by Web Rely