Τρίτη, 02 Αυγούστου 2016 13:57

Argentinos Seniors

Από :

Ισως η μεγαλύτερη "απόδοση δικαιοσύνης" που θυμάμαι ποτέ στο μπάσκετ να συνέβη την 28η Αυγούστου του 2004. Η εθνική ομάδα της Αργεντινής κέρδισε στον τελικό του Ολυμπιακού τουρνουά την Ιταλία με 84 - 69 και κατέκτησε το χρυσό μετάλλιο, με διαιτητή μία αλησμόνητη μορφή της ελληνικής cult σκηνής, τον Λάζαρο Βορεάδη. Ο Λάρι δεν έφταιγε σε τίποτα για όσα τράβηξαν οι λατίνοι το 2002 στην Ιντιανάπολις. Στον τελικό με τη Σερβία ήταν η σφυρίχτρα του Πιτσίλκα εκείνη που τα είχε κανει γης μαδιάμ και στέρησε από τους Αργεντίνους μοναδική ευκαιρία να ανέβουν στην κορυφή του κόσμου. Αυτό ουσιαστικά το κατάφεραν δυο χρόνια μετά στην Αθήνα, φροντίζοντας βέβαια πριν πάρουν το σκαλπ των Αμερικάνων στον ημιτελικό, να βγάλουν από τη μέση τη δική μας εθνική ομάδα. Ας είναι.

Δώδεκα χρόνια μετά, τέσσερα ιερά τέρατα της αλμπισελέστε του 2004 είναι εδώ και κατεβαίνουν στην ίδια σύνθεση για τελευταία φορά μαζί, προκειμένου να τα βάλουν ως ίσοι προς ίσοι με αντιπάλους γρηγορότερους, αλτικότερους και μπασκετικά "εξελιγμένους" σε σχέση με αυτούς. Οι Μανου Τζινόμπιλι, Λουίς Σκόλα, Αντρες Νοτσιόνι και Κάρλος Ντελφίνο ετοιμάζονται για τον τελευταίο τους ομαδικό μπασκετικό χορό με το εθνόσημο και για να καταφέρουν κάτι καλό, κάποιος γερός αντίπαλος θα πρέπει να μείνει απ'εξω. Η Ισπανία των παιχταράδων δύσκολα θα είναι αυτός, αλλά οποιοσδήποτε από τους άλλους τρεις υποψηφίους (Βραζιλία, Λιθουανία, Κροατία) καλό θα ήταν να προσέχει τα νώτα του. Τα γερόντια παίζουν μπάσκετ ακόμα.

O Mανού Τζινόμπιλι , στα 39 του, τελείωσε τη σεζόν με τους Σπερς γράφοντας τα χειρότερα νούμερα της καριέρας του στο ΝΒΑ μετά τη ρούκι χρονιά του, τη σεζόν 2002-03. Σκόραρε οριακά κάτω από 10 πόντους, αλλά τα ποσοστά του παρέμειναν εκεί που ήταν πάντα. Ο Πόποβιτς του μείωσε τα λεπτά κυρίως λόγω άμυνας, καθώς οι δυνατότεροι και γρηγορότεροι αντίπαλοι του στις θέσεις 2-3 του έβαζαν αληθινά δύσκολα. Στην Ολυμπιάδα της Αθήνας, ο μεγάλος αυτός παίκτης ήταν ήδη 27 χρονών, στην καλύτερη θεωρητικά ηλικία. Στον ημιτελικό, διέλυσε ολοσχερώς τις ΗΠΑ, σκοράροντας με καθε δυνατό τρόπο 29 πόντους, εχοντας 9/13 σουτ και 4/6 τρίποντα. Θυμηθείτε.

Ο Τζινόμπιλι τελείωσε του τουρνουά με 19,2 πόντους, 4 ριμπάουντ και 3,2 ασίστ, με ποσοστό ευστοχίας στα σουτ 57,2%. Περίπου 6 μήνες μετά, λες και ο Ντάνκαν μετέφερε τότε τα πάντα στον Ποπς από εκείνη τη βραδιά, ο Μανού βρέθηκε στο all star game, για πρώτη και προτελευταία φορά στην καριέρα του. Τα όργια των Ολυμπιακών ακολούθησε η εδραίωση στο σύστημα των Σπερς και η πληθωρική του παρουσία σε όλες τις εκφάνσεις του, η οποία και συνοδεύτηκε από το δεύτερο δαχτυλίδι του (και το πρώτο ως πρωταγωνιστής) το καλοκαίρι του 2005.

Ο Λουίς Σκόλα, πλέον 36, ξεκίνησε πέρυσι και στα 76 παιχνίδια που έδωσε ως μέλος των Τορόντο Ράπτορς, βρισκόμενος για άλλη μία χρονιά σε ένα σύνολο που (όπως και τα προηγούμενα του στο ΝΒΑ) ήταν καλό, αλλά δεν μπορούσε να κάνει το βήμα παραπάνω. Ο ίδιος ήταν μάλλον ο ποιοτικότερος ψηλός του, και ο μοναδικός που μπορούσε να ανταγωνιστεί σε μυαλό τους γκαρντ. Η ηλικία του και οι ανάγκες για προστασία της στεφάνης δεν του επέτρεψαν να αγωνιστεί πάνω 21 λεπτά ανά παιχνίδι, και είδε τελικά τα πλέι οφ σχεδόν από τον πάγκο.

Λίγο πριν τον θρίαμβο του 2004, ο σέντερ των Καναδων είχε ολοκληρώσει μία τρόπον τινά προπαρασκευστική τέταρτη χρονιά με την περίφημη Τάου του Ιβάνοβιτς. Με κεκτημένη ταχύτητα από μία ακόμη πλούσια στατιστικά σεζόν, μπήκε στο Ολυμπιακό τουρνουά με φορα, και βγήκε με 17,6 πόντους , 5,1 ριμπάουντ και ως ο μακράν κορυφαίος παίκτης του τελικού απέναντι στην Ιταλία (25π/11ρ). Από τον αμέσως επόμενο Σεπτέμβρη, οι Βάσκοι μετατράπηκαν σε ένα θεαματικό, όσο και αποτελεσματικό σύνολο, που έφτασε σε τρία συνεχόμενα φάιναλ φορ. Ο Σκόλα όμως είχε ήδη αφήσει το αποτύπωμα του στο ευρωπαΐκό μπάσκετ, ως το καλύτερο τεσσαροπεντάρι (sic) που κυκλοφορούσε στην ευρωλίγκα. Όταν ο Τιάγκο Σπλίτερ μπήκε δυναμικά στην εξίσωση, οι δυο τους τρομοκρατούσαν κόσμο, αλλά σε ο,τι αφορά εκείνη τη σεζόν ο Βραζιλιάνος ήταν ακόμη ένα μειράκιο σε ομάδα Αργεντίνων. Υπήρχε ακόμη ο (απών από την Αθήνα) Πάμπλο Πριχιόνι, και ένας ακόμη εκ των σημερινών τεράτων , ο Αντρες Νοτσιόνι.

Για τον Νοτσιόνι το καλοκαίρι εκείνο σηματοδότησε την μετάβαση από την Ευρώπη στο ΝΒΑ. Ο νυν φόργουορντ της Ρεάλ είχε μόλις αφήσει την Τάου και το επόμενο παιχνίδι του με σύλλογο ήταν στο training camp των Σικάγο Μπουλς, εκεί όπου παρέμεινε για τεσσεράμιση σεζόν πριν πάει με ανταλλαγή στους Σακραμέντο Κίνγκς. Με την φανέλα των τελευταίων δεν έκανε και τόσα πολλά, αλλά ο Στεφ Κάρι τον πρόσεξε σίγουρα.

Στους Μπουλς ήταν μέλος μιας σχετικά καλής ομάδας που έμπαινε σχεδόν κάθε χρόνο στα πλέι οφ, χωρίς να μπορεί να πάει πέρα από τον πρώτο ή άντε τον δεύτερο γύρο. Ο Αργεντίνος ήταν μάλλον ο καλύτερος παίκτης της, αν και θεωρητικά ηγούνταν κατά καιρούς οι Ντενγκ, Χάινριχ και Μπεν Γκόρντον. Στα πλέι οφ της σεζόν 2005 - 06 είχε 22,3 πόντους στην χαμένη με 4-2 σειρά από τους Χιτ , παίζοντας βασικά ως stretch four, μία θέση (ή αν θέλετε μια ιδιότητα) που την κατείχε και την κατέχει όσο ελάχιστοι. Μετά τους Κινγκς, ολοκλήρωσε την καριέρα του στο ΝΒΑ στην Φιλαντέλφεια.

Οταν γύρισε στην Ευρώπη το 2012 για την αγαπημένη του Μπασκόνια, λίγοι πίστευαν σε μία μπασκετική αναγέννηση. Τελικά, ο Πάμπλο Λάσο τον έφερε στη Ρεάλ , εκεί όπου αναδείχθηκε MVP του final four του 2015, δίνοντας στους Μαδριλένους τον τσαμπουκά που τους έλειπε στην τελική φάση. Περίπου τον ίδιο ρόλο άλλωστε είχε και στην εθνική, αφήνοντας τους Σκόλα και Τζινόμπιλι να βγαίνουν μπροστά, και φροντίζοντας να καλύπτει ό,τι αλλο χρειαζόταν. Στον ημιτελικό με τους Αμερικάνους ήταν αληθινά καλός, και τελείωσε τελικά το ολυμπιακό τουρνουά με 10 πόντους και 3,8 ριμπάουντ. Είναι 36 χρονών και πριν μερικές μέρες ανανέωσε το συμβόλαιο του με τους μερένγκες.

O Kάρλος Ντελφίνο ήταν το 2004 ένας απλός κομπάρσος, παρότι είχε μόλις επιλεγεί από τους Πίστονς, οι οποίοι τον είχαν τσεκάρει πολύ καλά στο ιταλικό πρωτάθλημα και στη Μπολόνια. Στα νοκ παιχνίδια απέναντι στην εθνική μας , τις ΗΠΑ, και την Ιταλία έπαιξε όλα κι όλα 11 λεπτά. Δεν είχε έρθει ακόμη η ώρα που θα έβγαινε μπροστά ως εκτελεστής με το τρομερό του σουτ. Αυτό συνέβη κάποια χρόνια αργότερα και το κατάλαβε περισσότερο από όλους η δική μας ομάδα. Ο Ντελφίνο παρόλα αυτά βρήκε ήδη από εκείνο το φθινόπωρο απ'ευθείας ρόλο στο rotation των Πίστονς, με τους οποίους έφτασε πολύ κοντά στην κατάκτηση του πρωταθλήματος το 2005, αν και ο ίδιος έχασε σχεδόν όλη την postseason λογω τραυματισμού. Στο Ντιτρόιτ περίμενε περίπου τρεις σεζόν να βρει έναν μεγαλύτερο ρόλο και όταν αυτό συνέβη η ομάδα του βρήκε ευκαιρία να τον στείλει στο Τορόντο.

Οι σταθμοί στην καριέρα του δεν ήταν και λίγοι. Χίμκι, μετά Μιλγουόκι για τρία αληθινά καλά χρόνια, ύστερα Χιούστον, και μετά ... τραυματισμοί. Επτά ολόκληρες εγχειρήσεις έχει κάνει στο δεξί του πόδι τα τελευταία τρία χρόνια και τώρα προσβλέπει να επανέλθει μέσω της ομάδας που τον έκανε ευρέως γνωστό σε όλους μας, την εθνική Αργεντινής. Ο Ντελφίνο είναι 33, και θεωρητικά θα μπορούσε να παίξει ακόμη σε ένα καλό επίπεδο, όπως παίζουν και οι άλλοι.

Στην Αθήνα, οι τέσσερις (και για την ακρίβεια οι τρεις) δεν ήταν μόνοι. Δίπλα τους είχαν μορφές που έγραψαν τη δική τους ιστορία στο Αργεντίνικο μπάσκετ και στην εθνική τους ομάδα. Ο Πέπε Σάντσεθ είχε τότε οργανώσει μαεστρικά την επίθεση, με ηρεμία και διαύγεια στο πικ εν ρολ, και με πολύ καλό έλεγχου του ρυθμού. Ο Φαμπρίτσιο Ομπέρτο ήταν τέταρτος σκόρερ και μάλλον ο καλύτερος απέναντι στην Ελλάδα στον προημιτελικό. Υπήρχαν ακόμη ο Σκονοκίνι και ο πολύτιμος Ερμάν, που έκανε ζημιά στους Αμερικάνους στο transition. Τώρα δεν είναι έτσι. Οι τέσσερις μεγάλοι παίκτες είναι ταυτόχρονα μεγάλοι σε ηλικία , και γύρω τους βρίσκονται άλλοι που πιθανώς και να τους κοιτούν με δέος.

Κάποτε έκαναν το ίδιο και οι ίδιοι οι Αμερικάνοι. Εμείς τονίζουμε συνεχώς πως η τελευταία ήττα της υπερομάδας τους ήταν από την δική μας το 2006, αλλά ξεχνάμε ποια ήταν η πρώτη (για ομάδα ΝΒΑers). Το 2002 στην Ιντιανάπολις, πριν από την σφαγή στα χέρια του Πιτσίλκα, η Αργεντινή είχε κάνει το ακατόρθωτο στη φάση των ομίλων, ανοίγοντας τον δρόμο για τους υπόλοιπους. Στο 87 - 80 απέναντι στις ΗΠΑ, οι τρεις πρώτοι σκόρερ της αλμπισελέστε ήταν οι εξής: Μανού Τζινόμπιλι 15, Αντρες Νοτσιόνι 14, Λουίς Σκόλα 13.

Καθώς η αποστολή της Αργεντινής θα μπαίνει στο ιστορικό στάδιο Μαρακανά για την τελετή έναρξης, οι αθλητές της θα μοιάζουν σεχδόν όλοι κοντοί. Εκείνος που θα κρατάει τη σημαία θα έχει ύψος 2,06 και θα έχει από το 1998 και έπειτα αγωνιστεί με την εθνική του σε κάθε πιθανή και απίθανη διοργάνωση , μέχρι και σε προκριματικά. Ο Μανού είναι πολύ χαρούμενος για τον Σκόλα. "Η καριέρα του με την εθνική είναι απλά απίστευτη. Εχει παίξει σε ο,τι τουρνουά υπάρχει, πάντα στο υψηλότερο επίπεδο. Ο Λουίς είναι ο άνθρωπος μας, ο βασικός παίκτης μας, καθώς δεν έχουμε μέγεθος στη ρακέτα. Ήταν πάντα ο πιο αξιόπιστος".

Στις εθνικές ομάδες δεν έχει ηθική υποχρέωση να παίζει κανείς. Αλλοι το ευχαριστιούνται πολύ, αλλοι λιγότερο, άλλοι όχι και τόσο. Είναι τόσο απλό.

 

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « Το "πρόσωπο όλων μας" Η επιστροφή των Utah Jazz »