Δευτέρα, 18 Δεκεμβρίου 2017 14:16

Διαλύοντας τον Mike - pt 1: H έννοια του gravity και οι gravity based επιθέσεις

Από :

Τον τελευταίο περίπου χρόνο, μελετώντας άρθρα ξένων site γύρω από το αμερικάνικο μπάσκετ, συναντώ όλο και πιο συχνά την λέξη gravity (βαρύτητα), έναν όρο που χρησιμοποιείται από συγκεκριμένους (λίγους) αναλυτές για να περιγράψει υπό ένα διαφορετικό πρίσμα μερικές από τις καλύτερες και πιο αποτελεσματικές επιθέσεις της εποχής μας. Στην αρχή θεώρησα ότι αποτελεί απλώς ένα καινούριο σχήμα λόγου, που γεννήθηκε από την ανάγκη μας να ξεφύγουμε λίγο από τετριμμένες εκφράσεις και σχόλια, τα οποία καλώς ή κακώς κυριαρχούν στο αθλητικό μας λεξιλόγιο. Έπειτα όμως άκουσα το ίδιο ακριβώς πράγμα από το στόμα του Mike D’Antoni, στην συνέντευξη τύπου μετά το τέλος του αγώνα με τους Pelicans την προηγούμενη εβδομάδα. Στο γεγονός αυτό συνυπολογίστε πως η εν λόγω έννοια απαντάται σχεδόν αποκλειστικά σε κείμενα που αφορούν τους Rockets, τους Warriors και τους Spurs, τρεις δηλαδή από τις καλύτερες ομάδες της λίγκας σήμερα. Μετά από όλα αυτά ήταν σαφές στα μάτια μου, πως το ζήτημα διαθέτει ενδεχομένως περισσότερες προεκτάσεις από όσες πίστευα εξαρχής. Ας το εξετάσουμε λοιπόν, λίγο πιο αναλυτικά, προσπαθώντας σε δύο μέρη να μπούμε όσο πιο βαθειά γίνεται στο μυαλό ενός εκ των πρωτοπόρων κόουτς του καιρού μας. Ας "διαλύσουμε" τον Mike D'antoni, χρησιμοποιώντας αρχικά την δύναμη της βαρύτητας.

O όρος gravity μπορεί να αποτελεί παράγωγο των σύγχρονων analytics, όμως στον πυρήνα του αναφέρεται σε κάτι εξαιρετικά απλό: είναι η δύναμη που τραβάει/μετακινεί την άμυνα σε ένα συγκεκριμένο σημείο του γηπέδου. Το σημείο αυτό επιλέγεται κάθε φορά προσεκτικά, ώστε η ομάδα που επιτίθεται να αποκτά κάποιου είδους πλεονέκτημα (πχ. αριθμητικό) και συνεπώς να είναι ευκολότερο να σκοράρει. Οργανισμοί όπως οι Spurs και οι Warriors βασίζουν μεγάλο μέρος της επιθετικής τους λειτουργίας σε αυτήν ακριβώς την φιλοσοφία, με τα αποτελέσματα να είναι τόσο εντυπωσιακά που θα περίμενε κανείς η βασική αυτή αρχή να έχει υιοθετηθεί από το σύνολο σχεδόν των franchises της λίγκας. Η πραγματικότητα ωστόσο είναι κομματάκι διαφορετική, καθώς για πολλές δεκαετίες το ΝΒΑ έμαθε να αναπαράγεται μέσω της (ατομικής) κυριαρχίας συγκεκριμένων υπεραθλητών, οι οποίοι βασίζονταν σε τρομακτικές, σχεδόν θεόσταλτες ικανότητες. Με δυο λόγια: ο παίκτης μου είναι καλύτερος και πιο ταλαντούχος από τον δικό σου, για αυτό θα τους βάλω να παίζουν 1v1 όλο το βράδυ. Αν επιλέξεις να στείλεις βοήθεια (double team), τότε μοιραία κάποιος άλλος μένει ελεύθερος.

Από την προσωπική φάση στην 7 second or less. Μια σύντομη διαδρομή.

Είναι μια οπτική για το άθλημα κάπως περιορισμένη σε σχέση πάντα με τα σημερινά standards, με κεντρικούς άξονες την εκμετάλλευση των miss matches και το παιχνίδι απομόνωσης (isolation). Η εισαγωγή της έννοιας του gravity έρχεται την κατάλληλη στιγμή για να καταδείξει μια ποιοτική μεταστροφή που συντελείται στις μέρες μας. Το μπάσκετ απομακρύνεται από το isolation και τα miss matches στο post (το post παιχνίδι εντάσσεται στην κατηγορία της απομόνωσης) και πλησιάζει ολοένα και περισσότερο προς την κατεύθυνση της κυκλοφορίας της μπάλας, αλλά και της κίνησης μακριά από αυτήν. Για να μην παρεξηγηθώ, δεν υπονοώ πουθενά πως παλιότερα οι ομάδες δεν πάσαραν ή δεν αγωνίζονταν με ομαδικό πνεύμα. Αυτό που προσπαθώ να περιγράψω είναι πως μέχρι πριν 10-12 χρόνια, τα πλεονεκτήματα που απορρέουν από την κυκλοφορία της μπάλας ανάμεσα και στους πέντε παίκτες που βρίσκονται κάθε στιγμή στο παρκέ και όχι μόνο μεταξύ των δύο που αναλαμβάνουν να τρέξουν ένα play, δεν ήταν πλήρως κατανοητά από την παγκόσμια μπασκετική κοινότητα.

Σε κάθε τέτοιο ‘’κανόνα’’, υπάρχουν φυσικά και οι εξαιρέσεις. Οι Showtime Lakers των Magic/Kareem και η heavy pick n roll offense του Jerry Sloan στην Utah είναι οι πρώτες που μας έρχονται στο μυαλό. Στο σημερινό κείμενο όμως, θα ασχοληθούμε με την τελευταία (χρονικά) εξαίρεση, τους 7 seconds or less Suns του Mike D’Antoni. Ο D’Antoni θεωρείται από τους αμερικανούς ως ο πατέρας των σύγχρονων gravity – based επιθέσεων, καθώς ήταν ο πρώτος προπονητής που έδωσε τόσο μεγάλη έμφαση στις αποστάσεις (spacing), στην ταχύτητα και στην κίνηση μακριά από την μπάλα. Η καθιέρωση σουτέρ στην θέση 4 (stretch 4) και η προσπάθεια για περαιτέρω άνοιγμα του γηπέδου – εκπαιδεύοντας τους παίκτες του να σουτάρουν από τα 7,5-8 μέτρα – ήταν απλώς τα εισαγωγικά βήματα.. Από το 2003 οδήγησε τον οργανισμό των Phoenix Suns σε τέσσερις συνεχόμενες σεζόν με 50+ νίκες και σε δυο παρουσίες στους τελικούς της Δυτικής Περιφέρειας (2005,2006). Για τον ίδιο η ορολογία που χρησιμοποιούμε σήμερα αναφερόμενοι στην δουλειά του δεν έχει καμία σημασία, μπροστά στην κατανόηση του πυρήνα της προπονητικής του φιλοσοφίας. Ποια είναι αυτή; Ούτε λίγο ούτε πολύ απαιτεί από τους αθλητές του, να πάνε κόντρα σε μερικά από τα βασικά αμυντικά δόγματα του αθλήματος.

Everything that they preach defensively, we try to do the opposite or try and get to a spot they don’t want to be in.
- Mike D’ Antoni

Τι θέλει να πει ο ποητής; Σίγουρα, ο D’Antoni δεν ήταν ο πρώτος που ενέπλεξε περισσότερους παίκτες στην εκτέλεση ενός play και πιθανώς να μην είναι καν από τα δυνατά του σημεία. Η καινοτομία που εισήγαγε στο άθλημα ήταν ολότελα διαφορετική. Αν η κυκλοφορία και η κίνηση μακριά από την μπάλα αποτελούν την συνθήκη ώστε η άμυνα να μετακινηθεί, ποιο θα είναι άραγε το αποτέλεσμα αν αυτή δεν έχει προλάβει καν να επιστρέψει και να στηθεί; Με αυτό το σκεπτικό στο μυαλό γεννήθηκε η 7 seconds or less offense των Suns.

Γιατί το γεγονός αυτό συνιστά καινοτομία; Επειδή πολύ απλά εκείνη την εποχή (2003 – 2004) το ΝΒΑ δεν έμοιαζε σε τίποτα με την σημερινή του μορφή. Προφανώς οι ομάδες έτρεχαν και τότε στον αιφνιδιασμό μετά από κάποιο κλέψιμο ή rebound που κατέληγε στην περιφέρεια (γνωστό στην Ελλάδα και ως μακρινό rebound). Αλλά μέχρι εκεί. Το μεγαλύτερο μέρος του παιχνιδιού εξακολουθούσε να παίζεται στο μισό γήπεδο. Ο Αμερικανο – Ιταλός κόουτς μετέτρεψε σχεδόν αμέσως το fast break σε ακρογωνιαίο λίθο της επίθεσης του Phoenix, πιάνοντας ουσιαστικά την υπόλοιπη λίγκα στον ύπνο. Για να μην λέμε όμως συνεχώς τα ίδια, ας εξετάσουμε πώς αυτό συνδέεται συνολικά με την προπονητική του φιλοσοφία και την έννοια του gravity.

Η έννοια του gravity στο σύμπαν του D'antoni

Στην φυσική, βαρύτητα (gravity) ονομάζεται η ιδιότητα των υλικών σωμάτων να έλκουν και να έλκονται αμοιβαία με άλλα υλικά σώματα. Σε ένα γήπεδο μπάσκετ, το αντικείμενο το οποίο ασκεί μεγαλύτερη έλξη στην άμυνα είναι αναμφίβολα το καλάθι – τα σουτ εξ’ επαφής (lay ups) έχουν και τα υψηλότερα ποσοστά ευστοχίας. Κατά συνέπεια σε καταστάσεις αιφνιδιασμού, το πρώτο και κύριο μέλημα της άμυνας είναι να προστατέψει ακριβώς αυτό το σημείο. Έτσι άλλωστε διδάσκεται το άθλημα, από τα παιδικά έως τα αντρικά τμήματα. Θυμηθείτε όμως τι κουβεντιάζαμε λίγο νωρίτερα: σκοπός του D’ Antoni από την αρχή, ήταν να πάει ενάντια σε αυτούς τους κανόνες. Ποια ήταν λοιπόν η απάντηση από την πλευρά του; Θα σουτάρουμε τρίποντα στον αιφνιδιασμό. Έτσι έδωσε εντολή στους σουτέρ του να σπριντάρουν στις γωνίες του παρκέ, καθώς αυτή είναι η μεγαλύτερη απόσταση που πρέπει να διανύσει ο αντίπαλος επιστρέφοντας στα μετόπισθεν. Το γεγονός αυτό δημιουργεί έναν κλειστό βρόγχο, από τον οποίο δεν υπάρχει διαφυγή. Αν επιλέξεις να κλείσεις την ρακέτα, τότε υπάρχει ελεύθερο σουτ στην περιφέρεια. Αν από την άλλη αναγνωρίσεις ότι η φορά της βαρύτητας έχει ‘’αντιστραφεί’’ και αμυνθείς στο τρίποντο, δημιουργείται ορθάνοιχτη διάβαση προς το καλάθι. Τόσο απλό και ταυτόχρονα τόσο αποτελεσματικό.

Μετά το αρχικό σοκ, το ΝΒΑ σταδιακά προσαρμόστηκε στο καινούριο αυτό στιλ παιχνιδιού. Οι Suns όμως είχαν προλάβει να αναπτύξουν τέτοιους αυτοματισμούς στο ανοιχτό γήπεδο, ώστε να είναι έτοιμοι να αντιμετωπίσουν οποιαδήποτε πρόκληση. Αν δεν υπήρχε ευκαιρία για ‘’καθαρό’’ fast break τότε τα ηνία έπαιρνε ο – εξίσου επικίνδυνος - δευτερεύων αιφνιδιασμός. Και εδώ έχουμε κάτι καινούριο. Ο D’ Antoni δεν απαιτούσε από τους ψηλούς του να τρέχουν ασταμάτητα από το ένα καλάθι στο άλλο (rim runners τους λέμε σήμερα). Αντίθετα τους τοποθετούσε στην περιφέρεια, με μοναδική αρμοδιότητα να στήνουν ένα screen ψηλά στο γήπεδο για τον συμπαίκτη τους που κουβαλούσε την μπάλα. Είναι το γνωστό Phoenix Drag screen, που χρησιμοποιείται από έναν μεγάλο αριθμό ομάδων στις μέρες μας.

 

 

Η στόχευση είναι και πάλι η ίδια. Η αντίπαλη άμυνα δεν μπορεί να ησυχάσει ούτε στιγμή, καθώς τέτοιου είδους δράσεις είναι σχεδιασμένες ώστε να διαταράσσουν την ισορροπία της είτε σε επίπεδο απόφασης (τρίποντο – lay up που λέγαμε πριν), είτε σε επίπεδο αριθμητικού μειονεκτήματος. Ο δευτερεύον αιφνιδιασμός και η μεγάλη αποτελεσματικότητα του, είναι και ο βασικός λόγος για τον οποίο οι Suns, όσο παράδοξο και αν ακούγεται, δεν βρέθηκαν ποτέ στην κορυφή της κατηγορίας fast break points της λίγκας. Προσπαθώντας να συμμαζέψουμε λίγο αυτό το κομμάτι, είναι νομίζω χρήσιμο να αναφέρουμε ορισμένα ενδιαφέροντα στατιστικά στοιχεία. Το Phoenix έπαιζε σε ταχύτητες, ασύλληπτες ακόμα και με τα σημερινά δεδομένα. Εκτελούσε κατά μέσο όρο στα πρώτα 13,5 δευτερόλεπτα της επίθεσης, νούμερο που είναι μικρότερο από τον μέσο όρο του ΝΒΑ της σεζόν 2016-2017 (14,8 δευτερόλεπτα) και είναι ακριβώς ίσο με το αντίστοιχο των Golden State Warriors – την γρηγορότερη ομάδα στον πλανήτη. Τα επιτεύγματα αυτά είναι αναμφίβολα εντυπωσιακά, αν αναλογιστούμε πως έλαβαν χώρα σχεδόν 15 χρόνια πίσω. Οι Suns ήταν μια ομάδα μπροστά από την εποχή της, ένα σύνολο κατασκευασμένο να εκμεταλλεύεται και να σκοτώνει στο ανοιχτό γήπεδο.

Ας περάσουμε τώρα στο set παιχνίδι (5v5) που όπως όλοι μας γνωρίζουμε αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι του αθλήματος, ειδικά στα playoffs που οι άμυνες είναι πιο έτοιμες και υποψιασμένες. Οι προσωπικές πινελιές του D’ Antoni είναι ορατές και σε αυτό το κομμάτι. Ο ίδιος ανήκει στην σχολή των προπονητών που προτιμούν να παραχωρούν τον έλεγχο της επίθεσης στους παίκτες τους, βασιζόμενοι στις ικανότητες και την δημιουργικότητα τους. Με άλλα λόγια, οι προκαθορισμένες δράσεις και κινήσεις εντός παρκέ είναι ελάχιστες – οι αθλητές είναι αυτοί που πρέπει κάθε φορά να αποφασίζουν πως θα ενεργήσουν, διαβάζοντας την άμυνα. Το γεγονός αυτό δεν συνιστά κάποιου είδους αδυναμία από την πλευρά του κόουτς. Κάθε άλλο μάλιστα, καθώς ορισμένοι από τους καλύτερους εξ ‘ αυτών ακολουθούν τον ίδιο τρόπο σκέψης (Popovich, Phil Jakcson, Steve Kerr). Για τον ίδιο λοιπόν το πιο σημαντικό από όλα είναι οι παίκτες του να κατανοήσουν της βασικές αρχές της φιλοσοφίας του και να εκπαιδευτούν, ώστε να εκμεταλλεύονται με τον καλύτερο δυνατό τρόπο την ύπαρξη της βαρύτητας. Ας δούμε δυο χαρακτηριστικά παραδείγματα.

 

Ο Harden σουτάρει φέτος με 40,8% από το τρίποντο, σε 10,8 προσπάθειες ανά αγώνα. Οι επιδόσεις του είναι τρομακτικές. Η έννοια του gravity όπως την έχουμε περιγράψει μέχρι στιγμής, επιτάσσει στον αμυντικό να του απαγορέψει πρώτα και κύρια το σουτ τριών πόντων. Ο Lillard  για κάποιο λόγο που μόνο αυτός γνωρίζει, έχει αφήσει δυο μέτρα απόσταση – η κατάληξη της φάσης είναι σχεδόν προδιαγεγραμμένη.

 

Πάμε και στην αντίθετη περίπτωση. Εδώ ο αμυντικός σέβεται την βαρύτητα που έχει το τρίποντο του Harden και προσπαθεί να μείνει κολλημένος στο σώμα του (στήθος με στήθος που λένε και οι προπονητές). Για τον λόγο όμως αυτό είναι πολύ πιο ευάλωτος απέναντι σε μια ξαφνική κίνηση του αντιπάλου του, καθώς δεν διαθέτει ούτε τον απαιτούμενο χρόνο αλλά ούτε και τον χώρο για να αντιδράσει. Ο Harden αυτό το γνωρίζει καλά, έτσι επιλέγει να επιτεθεί με ντρίπλα. Οι νόμοι της (μπασκετικής) βαρύτητας θέτονται σε εφαρμογή, την στιγμή που ο αμυνόμενος συνειδητοποιεί ποιον ακριβώς παίκτη καλείται να μαρκάρει.

Μια ακόμα δράση – σήμα κατατεθέν – του Αμερικανο – Ιταλού κόουτς είναι το λεγόμενο bottom side screen. Σε αυτήν την περίπτωση δεν αναφερόμαστε σε κάποια προσχεδιασμένη κίνηση (όπως το drag screen), για τον απλούστατο λόγο πως πρώτα και κύρια μας ενδιαφέρει η λογική αφετηρία πίσω από κάθε δράση. Αν παρακολουθήσουμε προσεκτικά τον τρόπο με τον οποίο αγωνίζονται οι ομάδες του, θα παρατηρήσουμε το εξής: Σε κάθε pick n roll ο ψηλός φροντίζει να στήνει το screen στην μπάλα ερχόμενος πάντα πίσω από τον αμυντικό (στην πλάτη του). Πότε από το πλάι ή από οποιαδήποτε άλλη γωνία. Με αυτό τον τρόπο ο αντίπαλος οριακά αναγκάζεται να αμυνθεί περνώντας πάνω από το screen και να μπει στην διαδικασία να κυνηγήσει τον ball handler, καθώς βρίσκεται στην πλάτη του. Ποιο είναι το άμεσο αποτέλεσμα όλου αυτού; Καλά μαντέψατε , αριθμητικό πλεονέκτημα για την επίθεση.

Το high pick n roll αποτελεί ακόμα ένα τέτοιου είδους αντίδοτο απέναντι σε καλά διαβασμένες άμυνες. Αν η αντίπαλη ομάδα επιλέξει να πιέσει τον παίκτη που κατεβάζει την μπάλα σε όλο το γήπεδο, ώστε να τον κουράσει και να χαλάσει τον ρυθμό του, τότε αυτόματα το αρχικό pick μεταφέρεται ψηλά, σχεδόν στο κέντρο του γηπέδου. Με δεδομένο πως το bottom side screen είναι από την φύση του δυσκολότερο να σπάσει, οδηγούμαστε σε μια κατάσταση 4v5 και μάλιστα με (υπέρ)αρκετά μέτρα χώρου στην διάθεση του επιτιθέμενου.

If u have energy, u run the floor, u cut at the right times, all that, the ball will find you and you will have a career – high. The ball will find energy.
- Mike D’ Antoni

Η αφήγηση είναι παντού η ίδια. Λίγα πράγματα σχεδιασμένα στο πινακάκι, μπόλικη φαντασία, αυτοσχεδιασμός και ταυτόχρονα σεβασμός στις βασικές αρχές της φιλοσοφίας του κόουτς. Αυτή είναι η ιδιαίτερη μπασκετική νοημοσύνη των ομάδων του Mike D’ Antoni και δημιουργική της ρίζα, είναι η έννοια του gravity.

Στην πενταετή θητεία του στους Phoenix Suns δεν κατόρθωσε να κατακτήσει το δαχτυλίδι του πρωταθλητή. Οι συνεχόμενες αποτυχίες με τους Lakers και τους Knicks τα επόμενα χρόνια, άφησαν ανεξίτηλα το στίγμα τους στην ψυχοσύνθεση του κόουτς. Όπως παραδέχεται στο βιβλίο του Jack McCallum με τίτλο ‘’7 seconds or less’’ (το οποίο σας συνιστώ να διαβάσετε), έφτασε στο σημείο να αμφισβητεί τον εαυτό του και να έχει αμφιβολίες για την προπονητική του προσέγγιση. Μήπως τελικά οι ιδέες του για το άθλημα δεν μπορούσαν να οδηγήσουν ένα αγωνιστικό σύνολο μέχρι το τέλος του δρόμου, μέχρι το πρωτάθλημα; Ύστερα ήρθαν οι Golden State Warriors και κατέκτησαν τα πάντα, παρουσιάζοντας ένα μπάσκετ πολύ κοντά στο δικό του αντιληπτικό πρίσμα (όπως άλλωστε έχει παραδεχτεί και ο Steve Kerr). O D’ Antoni είδε επιτέλους το όραμα του να απολαμβάνει την καθολική αποδοχή από ολόκληρη την Αμερικάνικη μπασκετική κοινωνία και το κυριότερο, να κερδίζει. Το γεγονός αυτό στάθηκε ικανό ώστε να ξαναβρεί την χαμένη του αυτοπεποίθηση. Τα βήματα του τον έχουν φέρει πλέον στο Texas και τους Houston Rockets. Στο ξεκίνημα της φετινής σεζόν, τα αποτελέσματα της δουλειάς του είναι εντυπωσιακά. Κάπου εδώ όμως θα σταματήσουμε την σημερινή μας κουβέντα και θα ανανεώσουμε το ραντεβού μας για το δεύτερο μέρος του κειμένου. Σε αυτό θα ρίξουμε μια πιο αναλυτική ματιά στην επίθεση των Rockets και θα προσπαθήσουμε να απαντήσουμε στο ερώτημα: Είναι το pick n roll που διδάσκει – όπως ο ίδιος έχει πολλάκις δηλώσει - unguardable;

Πηγές

http://bleacherreport.com/articles/2495760-vindication-at-last-nba-playoffs-show-how-mike-dantoni-changed-basketball

https://www.thedreamshake.com/2016/10/10/13214410/rockets-dantoni-suns

https://www.breakthroughbasketball.com/offense/fast-break-offense-suns.html

http://nba.nbcsports.com/2015/06/17/steve-kerr-credits-steve-nash-mike-dantoni-for-laying-foundation-that-became-warriors-title/

 

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « Διαλύοντας τον Mike, part 2: Βαρυτικές εφαρμογές
LINEUP