Τρίτη, 23 Αυγούστου 2016 22:43

Γιατί κερδάνε συνέχεια οι Αμερικάνοι;

Από :

Aπό το 1992 και έπειτα, όταν εμφανίστηκαν για πρώτη φορά στα παρκέ της FIBA - και των Ολυμπιακών- οι επαγγελματίες του ΝΒΑ, οι Αμερικάνοι κερδίζουν. Για την ακρίβεια, με εξαίρεση την περίοδο 2002-06, σχεδόν συνέχεια, με πρόχειρα μαθηματικά 20 από τα 24 χρόνια. Και συνήθως, όπως π.χ. στον τελικό του μουντομπάσκετ 2014 ή στον πρόσφατο στο Ρίο επικρατούν εύκολα, πολύ εύκολα. Η λοξοδρόμηση τους από την κορυφή κράτησε μόνο τρεις διοργανώσεις, και έκτοτε η ισορροπία στο παγκόσμιο μπάσκετ δεν κουνήθηκε ρούπι, όπως πάντα.

Δεν σας κρύβω ότι το διασκεδάζω και φέτος το διασκέδασα ακόμη περισσότερο. Αρκούν δυο τρεις βαριεστημένες , ή μέτριες αν θέλετε, εμφανίσεις, για να γεμίσει ο τόπος σχόλια περί της ομαδικότητας τους, περί της αντίληψης τους για το οργανωμενο μπάσκετ, περί της ψαλίδας που κλείνει ή τέλος πάντων ο,τι άλλο θέλετε. Στο τέλος κάθε κατεργάρης πηγαίνει στον πάγκο του, μαζί και όσοι κατά καιρούς δεν τοποθετούν την Team USA στην κορυφή της λίστας των φαβορί ή εκείνης των δήθεν αξιόπιστων power rankings ή πώς στο διάολο τα λένε τούτα. Θυμάμαι στο πρόσφατο παγκόσμιο της Ισπανιας προβλέψεις που έφερναν τους παίκτες του Σιζέφσκι πίσω από τους γηπεδούχους! Αστεία πράγματα, όπως εξίσου αστείοι είναι και οι μύθοι που συνοδεύουν την υπεροχή ή το είδος του μπάσκετ που παίζουν. Η μεν πρώτη ερμηνεύεται ολοένα και περισσότερο ως προερχόμενη από κάποιοιυ είδους απλησίαστα αθλητικά προσόντα. Το δε δεύτερο χαρακτηρίζεται συχνά ως "όχι και τόσο" ομαδικό και γεμάτο ατομισμό που φτάνει στα όρια του λεγόμενου heroball. Τα συστήματα λέει είναι σπάνια και οι ωραίοι συνδυασμοί απόντες. Για κάποιο λόγο η φετινή βερσιόν των Αμερικάνων στο Ρίο δεν άρεσε εδώ στα μέρη μας σχεδόν σε κανέναν.

Τι να πω, μπορεί να είναι κι έτσι. Πράγματι τρία παιχνίδια στη φάση των ομίλων κρίθηκαν με πολύ μικρές διαφορές. Οι σταρ του "κόουτς Κ" αγκομάχησαν να κερδίσουν Αυστραλούς, Σερβους και Γάλλους, παίζοντας ομολογουμένως κάτω από τα στάνταρ τους , και ειδικά στην άμυνα. Για την επίθεση ο καθένας μπορεί να υποστηρίξει ο,τι θέλει, αλλά το μίνιμουμ ενεργητικό των 94 πόντων στα παιχνίδια αυτά συνιστά σίγουρα προσοχή και βάζει φρένο στους αφορισμούς. Ακόμη και ο πιο γρουσούζης, δεν μπορεί, λίγο μπασκετάκι θα το ευχαριστήθηκε, κι ας έμοιαζε κάποιες φορές η Team USA με ένα συνοθύλευμα αδιάφορων και σνομπ. Από την άλλη, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως αν στις άλλες ομάδες αγωνίζονταν για πρώτη φορά στην εθνική έξι από τους δώδεκα παίκτες (με 10 να κάνουν ντεμπούτο σε Ολυμπιακούς), τότε αυτά που θα βλέπαμε θα ήταν απείρως χειρότερα.

Εστω λοιπόν και με μία ολοκαίνουρια ομάδα, με μία "περίεργη" στελέχωση (έλλειψη καθαρού PG) που δεν είχε μέσα ένα σωρο παιχταράδες, και με ένα μέτριο φεγγάρι στους ομίλους, οι Αμερικάνοι κατέληξαν στα νοκ άουτ να κάνουν περίπατο, συνθλίβοντας Αργεντίνους και Σερβους, και νικώντας με μεγάλη τελικά άνεση την Ισπανία του τρομερού Γκασόλ. Πώς τα κατάφεραν πάλι και γιατί τα καταφέρνουν μονίμως; Γιατί άραγε το χαρακτηριζόμενο και ως 'άναρχο΄μπάσκετ θριάμβευσε και πάλι έναντι του οργανωμένου;

Μισό λεπτό να φάω ένα καταΐφι.

Για να το προσδιορίσουμε αυτό , αξίζει μία εκτενέστερη αναφορά σε δύο κοινούς τόπους της μπασκετικής αρθογραφίας, που αφορούν - όπως ήδη αναφέρθηκε - την αθλητικότητα και το στυλ παιχνιδιού. Οι Αμερικάνοι πράγματι είχαν μία δωδεκάδα γεμάτη παίκτες με τρομερή ταχυδύναμη και αλτικότητα, χαρακτηριστικά που δύσκολα συναντούσε κανεις σε τόση έκταση στους ανταγωνιστές τους. Αυτό τους επέτρεπε δύο-τρία βασικά πράγματα. Πρώτον, να ακολουθούν στα πόδια όποιον αντίπαλο χρειαζόταν και να παλεύουν πάνω από τα σκριν, με αντιπροσωπευτικό παράδειγμα αυτό του Πολ Τζορτζ με τον Μίλος Τεόντοσιτς στον τελικό. Δεύτερον, να πηδάνε στις διεκδικήσεις του επιθετικού ριμπάουντ, τομέα στον οποίο έκαναν θραύση, και τρίτον να βγαίνουν πολύ γρήγορα στον αιφνιδιασμό μετά από κερδισμένη κατοχή. Παρόλα αυτά, σε δύο από τα παιχνίδια στα οποία δυσκολεύτηκαν, τα στοιχεία τους αυτά δεν τους βοήθησαν και τόσο. Απέναντι σε Σερβία και Γαλλία δεν ανανέωσαν π.χ. πολλές επιθέσεις, μόλις 9 και 8 αντίστοιχα. Ούτε κατάφεραν να σταματήσουν τους αντιπάλους τους από το να σκοράρουν, και σίγουρα τα υψηλά σκορ δεν ήταν απόρροια εύκολων καλαθιών στο ανοιχτό γήπεδο. Η TeamUSA επικράτησε των Σερβων στους ομίλους διότι έκανε λιγότερα λάθη και κέρδισε ένα σωρό φάουλ που έγιναν βολές, και των Γάλλων διότι ήταν αληθινά πολύ εύστοχη. Οι μόνοι που αληθινά πλήρωσαν το μάρμαρο της αθλητικότητας ήταν οι Αυστραλοί , οι οποίοι είδαν 21 χαμένα σουτ των Αμερικάνων να καταλήγουν εκ νέου στα χέρια τους.

Αυτά όλα , έναν πιο οξυδερκή παρατηρητή τον οδηγούν σε ένα συζητήσιμο, αλλά σίγουρα βάσιμο συμπέρασμα. Για να υπάξει τόσο μεγάλη διαφορά στην εικόνα των αστέρων του ΝΒΑ από τους ομίλους στα νοκ άουτ, κάτι πέραν της αθλητικότητας συνέβη διαφορετικά. Αθλητική ήταν άλλωστε και η ομάδα που κέρδισαν οι δικοί μας το 2006, και μάλιστα πολύ. Αυτό που άλλαξε ήταν πως οι παίκτες του Σιζέφσκι βελτιώθηκαν και έπαιξαν πολύ καλύτερα από τους αντιπάλους τους, εκμεταλλευόμενοι το γεγονός ότι ξέρουν το μπάσκετ όσο κανείς στα βασικά του. Αυτό μας φέρνει και στο δεύτερο δημοφιλές σημείο, τον τρόπο παιχνιδιού.

Ας αφήσουμε στην άκρη τα απλά νούμερα που λένε ότι οι Αμερικάνοι έβγαζαν 24 ασίστ ανά παιχνίδι (δεύτεροι οριακά πίσω από τη θαυμάσια Αυστραλία), και ας δεχτούμε πως όντως δεν μοίραζαν και τόσο πολύ τη μπάλα. Αυτό συνέβη σίγουρα. Ασχετα με τις τελικές πάσες, η Team USA δεν έφτανε στο καλάθι με πολύ passing game. Αν ήμασταν όμως στη θέση τους, τι θα αποφασίζαμε π.χ. στην παρακάτω περίπτωση;

Εδώ, προσωπικός αντίπαλος του Ντουράντ είναι ο ... Μάτσβαν και μετά από ένα μόλις σκριν συμβαίνει να είναι ο ... Ραντούλιτσα. Ποια από τις δύο συνθήκες δεν θεωρείται ικανή για τον τρομερό σουτέρ ύψους 2,06 να επιτεθεί κατά μέτωπο χωρίς να χρειαστεί να πολυσκεφτεί για την κυκλοφορία της μπάλας και τον ελεύθερο συμπαίκτη; Δεν είναι αυτό ένα ματς απ το οποίο ο οποιοσδήποτε προπονητής θα ήθελε να το βλέπει να συμβαίνει ξανά και ξανα; Όπως ήταν φυσικό ο Ντουράντ χωρίς να το πολυσκεφτεί σηκώθηκε πίσω από το σκριν και ευστόχησε σε ένα σουτ τριών πόντων από αυτά που κόβουν τα πόδια στον αντίπαλο, καθώς η επίθεση έχει μόλις ξεκινήσει.

Αυτού του είδους οι φάσεις είναι η αιτία στην οποία οφείλεται η "ελλειψη ομαδικότητας" (sic) των Αμερικάνων. Τα μις ματς που προκύπτουν στην επίθεση τους είναι αμέτρητα και εν πολλοίς προσκαλούν την προσωπική φάση, η οποία ως επιλογή δεν μοιάζει καθόλου παράξενη. Αυτό που συνέβη στα παιχνίδια που δυσκολεύτηκαν είναι ότι πιθανώς το παράκαναν, αγνοώντας ενδεχομένως πως μία-δυο πάσες ακόμη μέσα στον σωρό των ανισοτήτων, θα εδιναν ένα τελείως ελεύθερο σουτ. Αργότερα στο τουρνουά (και μαζί με εντυπωσιακή βελτίωση στην άμυνα) οι συνθήκες αυτές κατανοήθηκαν καλύτερα, και χωρίς πολλά πολλά οι παίκτες αναγνώρισαν και άλλες που τους βόλευαν, όπως π.χ. τα post ups του Κάζινς ή ενός άλλου και τα γρήγορα cuts των κοντών. Σε αυτά τα τελευταία , συνήθως κάποιος έμενε πίσω από τον Ιρβινγκ ή τον Λόουρι , και η επίθεση αποκτούσε κίνηση από εκεί.

Και πάλι όμως, το όλο παιχνίδι δεν ήταν βασισμένο σε κάποια αλληλουχία από flex, πικ εν ρολ ή off ball screens (εξαίρεση ο Τόμπσον), αλλά δομήθηκε πρώτιστα γύρω από το πόσο καλύτερος ήταν ο καθένας από τον προσωπικό του αντίπαλο, είτε με τη μπάλα στα χέρια, είτε χωρίς αυτή. Αυτό δίνει μια λανθασμένη εντύπωση περί του ομαδικού παιχνιδιού, και έτσι λησμονείται το εξής απλό: πώς μία ομάδα συμβαίνει να είναι τέτοια όταν  - μεταξύ άλλων φυσικά - φροντίζει να δημιουργεί τον χώρο που χρειάζονται οι καλύτεροι σκόρερ της. Ετσι όταν ο Ντουράντ ευστόχησε στα πρώτα δυο σουτ στον τελικό, οι συμπαίκτες του του άφησαν τη μπάλα στα χέρια από την αρχή της επίθεσης. Ακούγεται ίσως οξύμωρο, αλλά είναι και αυτό μία πολύ καλή ένδειξη αλτρουισμού.

Γενικώς, δεν θέλω να κάνω το άσπρο μαύρο. Η φετινή Team USA δεν ήταν τόσο καλή όσο προηγούμενες βερσιόν. Απλά αυτό δε σημαίνει πως έπαιζε κλωτσοσκούφι. Σημαίνει πως βασίστηκε πολύ παραπάνω στις αρχές που διέπουν το αμερικάνικο μπάσκετ , αλλά όχι το μπάσκετ γενικότερα. Αυτές λένε πως ενας βολικός αντίπαλος στο μαν του μαν σημαίνει αυτομάτως την δημιουργία ικανών συνθήκων για σκορ. Ετσι κάπως έπαιξαν και οι φετινοί Ουόριορς και αυτό τους έφτασε σχεδόν μέχρι την κορυφή, εκεί όπου απέτυχαν να βρουν λύσεις όταν οι προσωπικές φάσεις των Τόμπσον - Κάρι σχεδόν εκμηδενίστηκαν από την switch all άμυνα του Κλίβελαντ. Οι Καβς από την άλλη δεν ήταν και οι ίδιοι τόσο ομαδικοί, αλλά έφταναν όλα όσα δημιουργούσε ένας υπερπαίκτης για να πάρουν επάνω τους φάσεις και οι υπόλοιποι. Το πιο καθοριστικό καλάθι των φετινών τελικών ήρθε άλλωστε ως εξής: ενα σκριν, ένα μις ματς στο ένας εναντίον ενός, ένα τρίποντο.

Σε όση ιστορία του ΝΒΑ έχουν προλάβει να παρατηρήσουν τα μάτια μου, και με την εξαίρεση της Dream Team, ελάχιστες είναι οι ομάδες που συνδύασαν το απαράμμιλο μπασκετικό ταλέντο, με την τελειότητα της ομαδικής χορογραφίας, και συνήθως η δεύτερη ήταν απόρροια και μίας συνισταμένης του πρώτου, που λέγεται "σκέψη" ή "μπασκετικό μυαλό". Οι Λέικερς του showtime, οι άτιτλοι Σακραμέντο Κινγκς του 2002, οι Μπουλς του 72 -10 και οι αξεπέραστοι Σπερς του 2014 ήταν ένα κράμα όλων των καλών του αθλήματος, από όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης. Κατά τα λοιπα, και ειδικά σε ο,τι αφορά τις διοργανώσεις εθνικών ομάδων, δεν είναι καθόλου περίεργο πως κερδίζουν αυτοί που ξέρουν τα βασικά του μπάσκετ καλύτερα. Και παρεμπιπτόντως, σε αυτά ανήκει και η σφυρηλάτηση του σωματότυπου, η οποία οδηγεί στην αθλητική υπεροχή. Οι Γάλλοι δεν κερδίζουν πάντα στα μέρη μας, έτσι δεν είναι;

Aντι επιλόγου.

Υπάρχει πάντως και κάτι ακόμη που εξηγεί ακόμη καλύτερα τα περί διαχρονικής επικράτησης των Αμερικάνων ΝΒΑερς, το οποίο δεν χωρούσε στο κυρίως κείμενο. Θα απαγγείλω Τάσο Μαγουλά.

Ο Τάσος έχει δίκιο. Οντως παρατηρείται τα τελευταία χρόνια μία στροφή μακριά από την ποιότητα, ειδικά σε ο,τι αφορά τους ψηλούς. Για κάποιο περίεργο λόγο η αθλητικότητα δεν συνοδεύεται από τεχνική, κάτι κατ'εμέ ανεξήγητο, αλλα το οποίο σίγουρα σχετίζεται με κάποια μικρότερη έμφαση στην εκμάθηση των βασικών.

Πριν από κάποια χρόνια, το ΝΒΑ αποφάσισε πως δεν θα επιτρέπει πλέον την είσοδο στο πρωτάθλημα απ'ευθείας από το high school. Σχετικά πρόσφατα και μέχρι και φέτος, ο κομισάριος Ανταμ Σίλβερ δήλωσε και δηλώνει πως θα ήταν ακόμη καλύτερο αν οι νεαροί υποχρεώνονταν σε δύο χρόνια φοίητησης στα κολέγια, αντί για ένα που είναι σήμερα. Ο Σιλβερ προωθεί όσο μπορεί περισσότερο την ιδέα, με βασικά επιχείρηματα την ατομική βελτίωση των παικτών αγωνιστικά και πνευματικά, την αποφυγή τραυματισμών σε νεαρή ηλικία λόγω έντασης, και την βελτίωση της εμπορικότητας του προϊόντος μέσω της ανόδου του επιπέδου των αγωνιζομένων.

Αυτά όλα δεν είναι τυχαία. Η καλύτερη σχολή μπάσκετ στον κόσμο είναι βαθύτατα ενδοσκοπική στη σκέψη της, δεν αφήνει εύκολα το καράβι να πλέει οπου φυσάει ο άνεμος, ούτε πορεύεται με νοοτροπία αλάθητου. Το ΝΒΑ γνωρίζει πως η μέση και ανώτερη εκπαίδευση είναι η δεξαμένη που το κρατάει ζωντανό. Στην τρελή αυτή χώρα των ανισοτήτων εξάλλου, ένα πράγμα συμβαίνει σχετικά σωστά. Ο αθλητισμός, και το μπάσκετ ειδικότερα, είναι μέρος των σχολικών προγραμμάτων. Το 16χρονο ταλέντο δεν παίζει στου Παπάγου (τυχαίο παράδειγμα), αλλά αγωνίζεται για το σχολείο του. 

Επιστρέψαμε, καλώς σας βρήκαμε, καλή αγωνιστική σεζόν!

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « Kαλές διακοπές! Φάκελος ΑΕΚ 2016-17: Πού'ναι η μπάλα οέο; »

Basketballguru.gr 2018 All righs reserved.      Designed and Developed by Web Rely