Πέμπτη, 27 Αυγούστου 2026 23:32

Το NBA ως το πρότυπο της μετατροπής των sports σε επενδυτικά προϊόντα μηδενικού ρίσκου

Από :

 

Ο LeBron James πέρασε οκτώ χρόνια αγωνιζόμενος με τη φανέλα των Lakers. Σε αυτά κατάφερε να προσφέρει στην ομάδα το 17ο της Πρωτάθλημα, ισοφαρίζοντας στη σχετική κορυφή, έστω πρόσκαιρα, τους Celtics, να αποκαθηλώσει τον Kareem από τη θέση του κορυφαίου scorer όλων των εποχών στη Λίγκα, σε ένα από τα θεωρούμενα ακατάρριπτα ρεκόρ αυτής, να γράψει κάμποσα ακόμα μικρότερης εμβέλειας ρεκόρ, αλλά και, γενικότερα, να νοηματοδοτήσει και να δώσει κατεύθυνση στο εμβληματικότερο franchise της Λίγκας, στη μετά-Kobe εποχή και δη κατά τη χρονική συγκυρία του θανάτου του τελευταίου. Έναντι όλων των ανωτέρω εισέπραξε το -διόλου ευκαταφρόνητο- ποσό των $347 εκατ. Ποσό που ωστόσο φαντάζει σαν τα ρέστα που άφησε για pourboire ο Mark Walter κατά το δικό του πέρασμα από τη θέση του μεγαλοϊδιοκτήτη της ομάδας, ήτοι σκάρτο έναν χρόνο, και δη υπό ομοσπονδιακή έρευνα για ενδεχόμενη εκτεταμένη απάτη στις εταιρείες του καθ’ όλη την συγκεκριμένη χρονική περίοδο. «Η επένδυσή του» στους Lakers ανέβηκε μάλιστα σε αξία κατά $2,5 δισ. και το προ φόρων κέρδος του από τη συμφωνημένη μεταπώληση του πακέτου μετοχών τους στους Josh Kushner και Bob Iger, αγγίζει, με τον συνυπολογισμό και του μικρότερου μεριδίου που κατείχε ήδη από το 2021, φτάνει τα $3 δισ. Χωρίς προφανώς να έχει αφήσει το παραμικρό αποτύπωμα στην ομάδα[1]. Κοντολογίς, ένας από τους κορυφαίους μπασκετμπολίστες στην Ιστορία του αθλήματος (αν όχι «ο κορυφαίος»), αποδίδοντας στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο και όντας από τους καλύτερα αμειβόμενους αθλητές παγκοσμίως, έχει κάθε συμβόλαιό του να περνά από το φίλτρο της απόδοσης, της ηλικίας, της σωματικής και πνευματικής του κατάστασης και να αποδεικνύει διαρκώς την αποτελεσματικότητά του. «Το κεφάλαιο», από την άλλη, κατά τη διατύπωση του αρθρογράφου Tom Ziller, απλώς σκοντάφτει πάνω στα λεφτά. Πιο τρανή απόδειξη του punch line του Chris Rock Shaq is rich. The white man that signs his check is wealthy από το μακρινό 2004 δεν θα μπορούσαμε να έχουμε δύο και πλέον δεκαετίες μετά.

Η ανωτέρω αναλογία δεν αποτελεί ανέκδοτο μιας περίεργης χρονιάς. Δεν είναι, δηλαδή, σύμπτωση ή συγκυρία. Είναι η πιο καθαρή αποτύπωση του τι συντελείται στο NBA, με εμφανή διάθεση επέκτασης σε κάθε sport: η μετατροπή αυτών, από πεδίο διασκέδασης και σύνδεσης των φιλάθλων με το άθλημα γενικότερα και τις ομάδες/τους παίκτες ειδικότερα, στην απόλυτη εκμετάλλευση ακριβώς αυτής της αγάπης, της ανελαστικότητας αυτής, με οικονομικούς όρους, με απώτερο σκοπό την αναγωγή τους σε επενδυτικά προϊόντα, οριακά μηδενικού ρίσκου.

Αγοραπωλησίες επενδυτικών προϊόντων χαρτοφυλακίου – όχι ομάδων

Αν η μεταπώληση των Lakers ήταν μεμονωμένο περιστατικό, ένα προϊόν των ιδιαίτερων πιέσεων ενός ιδιοκτήτη με τους εισαγγελείς στην πόρτα του, θα μπορούσαμε να τη χρεώσουμε στην συγκυρία. Ούτε δέκα μέρες αργότερα όμως, ο Marc Lore φρόντισε να μας βγάλει από τον κόπο. Στις 21 Αυγούστου συμφώνησε να πουλήσει το πλειοψηφικό του πακέτο στους Timberwolves και στις Lynx στον Marc Stad, ιδρυτή της Dragoneer Investment Group και ήδη μειοψηφικό επενδυτή της ομάδας, σε αποτιμητική αξία ύψους $4,5 δισ., τριπλάσια από εκείνη της συμφωνίας αγοράς τους το 2021 με τον Glen Taylor[2]. Και εδώ δεν υπάρχει καν το άλλοθι της ανάγκης: ο Lore για να γίνει βασικός μέτοχος των Wolves χρειάστηκε τέσσερα και πλέον χρόνια, μια προσπάθεια ακύρωσης της συμφωνίας από πλευράς Taylor και έναν δικαστικό πόλεμο για να ολοκληρώσει την εξαγορά, μόλις τον Ιούνιο του 2025. Και δεκατέσσερις μόλις μήνες αργότερα μεταπουλάει την 25η σε αξία ομάδα της Λίγκας, μια ομάδα χωρίς Πρωτάθλημα, χωρίς νέο γήπεδο, χωρίς τίποτα κερδισμένο υπό την ηγεσία του, έχοντας τριπλασιάσει την αξία αποτίμησής της απλά με το πέρασμα του χρόνου. Ο Alex Rodriguez, ο έτερος του διδύμου της εξαγοράς του 2021, διευρύνει το μερίδιό του και παραμένει στο σχήμα, ενώ τη θέση του Governor αναμένεται να αναλάβει η Elisa Stad, σύζυγος του αγοραστή. Κατά το Axios μάλιστα, οι συζητήσεις έτρεχαν επί μήνες, δεν μιλάμε δηλαδή για μια άμεση πρόταση που έπεσε στο τραπέζι και ο ένας πωλητής δεν μπόρεσε να αντισταθεί. Και κάπως έτσι, το Board of Governors, στα μέσα Σεπτεμβρίου, θα βρεθεί να εγκρίνει δύο μεταβιβάσεις ομάδων στην ίδια ημερήσια διάταξη.

Από τα $12,5 εκατομμύρια στα $12,5 δισεκατομμύρια

Η πορεία των αποτιμήσεων ωστόσο έχει τη δική της αφηγηματική συμμετρία. Το 1981 ο Donald Sterling αγόρασε τους Clippers έναντι περίπου $12,5 εκατ. Το 2014 ο Steve Ballmer πλήρωσε για αυτούς $2 δισ., και όλη η αγορά θεωρούσε πως τρελάθηκε. Το 2023 οι Suns πουλήθηκαν για $4 δισ., το 2025 οι Celtics σε τιμή αποτίμησης ύψους $6,1 δισ., το 2025 οι Lakers για αντίστοιχη στα $10 δισ., και έναν χρόνο μετά, η ίδια ομάδα, σε τιμή αποτίμησης $12,5 δισ., την υψηλότερη τιμή που έχει συμφωνηθεί ποτέ για αθλητικό franchise. Από τα $12,5 εκατομμύρια του Sterling στα $12,5 δισεκατομμύρια των Kushner και Iger (και του -γκμουχ-, Abu Dhabi -γκμουχ-) το εισιτήριο εισόδου σε αυτή την κλειστή λέσχη του «Μαγικού Κόσμου», μέσα σε μια ζωή φιλάθλου, πήγε χίλιες φορές πάνω. Με το «χίλιες φορές πάνω» να αποτελεί μια μοναδική σχετική πληθωριστική καταγραφή, για κάθε είδος ή κλάδο που να έχει επαφή με την καθημερινότητα ενός μέσου ανθρώπου, όπως έχουν, για παράδειγμα, τα sports.

Η μηχανή της βεβαιότητας

Ιδίως αναφορικά με τα αμερικάνικα sports, η αγορά τους είναι σχεδιασμένη να είναι χαμηλού ρίσκου. Και εν προκειμένω δεν αναφέρομαι στο βασικό στοιχείο της δομής τους, τον κλειστό χαρακτήρα τους και την απουσία υποβιβασμών, κατάσταση που από μόνη της εξασφαλίζει έσοδα και περιορίζει σημαντικά το όποιο αγωνιστικό, αλλά και επενδυτικό, ρίσκο.

Οι αμερικανικές λίγκες είναι κλειστές οικονομίες με σχετική νομοθετημένη θωράκιση: το Sports Broadcasting Act του 1961 τους επιτρέπει να πωλούν συλλογικά τα τηλεοπτικά δικαιώματα χωρίς να ενεργοποιείται η αντιμονοπωλιακή νομοθεσία, χτίζοντας με αυτόν τον τρόπο ένα πάτωμα εσόδων κάτω από κάθε franchise, ακόμα και το χειρότερο εξ αυτών. Το salary cap, δεμένο με τα έσοδα μέσω του μοιράσματος, σε μια σχετική αναλογία 50-50, βάζει ταβάνι στο μεγαλύτερο κόστος λειτουργίας, το εργασιακό. Υποβιβασμός, που αναφέρθηκε ανωτέρω, όχι απλά δεν υπάρχει, αλλά οι χειρότερες ομάδες της Λίγκας έχουν προνομιακή πρόσβαση και με ελεγχόμενο, χαμηλό κόστος (rookie scale contracts) στο καλύτερο εισερχόμενο ταλέντο στη Λίγκα μέσω του draft και του draft lottery.
Η δε είσοδος σε αυτές τις κλειστές λέσχες γίνεται αποκλειστικά μέσω άδειας των τρεχόντων μελών τους, τα οποία αποζημιώνονται από τα νέα μέλη επειδή θα τους δώσουν το δικαίωμα να μοιράζονται (με μεγαλύτερο παρονομαστή) τα εξασφαλισμένα κέρδη τους. Μάλιστα, το expansion fee, για τα δύο σχεδιαζόμενα νέα franchises του NBA φημολογείται πως
θα κινηθεί μεταξύ $7 και $10 δισ. για το καθένα τους, με τα εν λόγω έσοδα να μην περνούν από το Basketball Related Income (BRI) και κατά συνέπεια να μην μοιράζονται με τους παίκτες (και η προοπτική των expansion teams θα συζητηθεί στα μέσα Σεπτεμβρίου 2026 στο προαναφερθέν Board of Governors).

Όπως σε κάθε ιδιωτικό οικοδόμημα πολύ πλούσιων ανθρώπων, έτσι και στο συγκεκριμένο, δεν θα μπορούσε να λείπει και μια σημαντική ροή δημόσιου χρήματος: τα τρία τέταρτα των γηπέδων του 21ου αιώνα χτίστηκαν εν μέρει με δημόσια χρηματοδότηση, με το Yankee Stadium να έχει σηκώσει $1,7 δισ. σε αφορολόγητα δημοτικά ομόλογα και το Brookings να υπολογίζει την ομοσπονδιακή επιδότηση των γηπέδων από το 2000 ως το 2020 σε πάνω από $4 δισ., όπως τα τεκμηριώνει ένα προς ένα ο Derek Thompson -στον οποίο θα επανέλθουμε εκτενέστερα ακολούθως. Με το φορολογικό πλαίσιο ελαφρύνσεων να αποτελεί το κερασάκι στην εν λόγω τούρτα: βάσει του άρθρου 197 του αμερικανικού φορολογικού κώδικα, ένας αγοραστής αθλητικού franchise μπορεί, με κατάλληλα δομημένες συναλλαγές, να αποσβέσει σε δεκαπέντε χρόνια το μεγαλύτερο μέρος του τιμήματος που κατέβαλε, ρίχνοντας τη φορολογητέα βάση του για πάνω από μια δεκαετία. Η εκδοχή του περσινού φορολογικού νόμου που ψήφισε η Βουλή, περιόριζε την απόσβεση αυτή στο μισό. Η τελική εκδοχή που υπέγραψε ο Trump την άφησε -προς έκπληξη κανενός- παντελώς άθικτη[3], με την ProPublica να έχει τεκμηριώσει από το 2021 πως οι ιδιοκτήτες ομάδων καταλήγουν με χαμηλότερο πραγματικό φορολογικό συντελεστή από τους καθαριστές των δημοτικά χρηματοδοτημένων γηπέδων τους.

Ωστόσο, πέρα από τη λογιστική, φορολογική και νομική αρχιτεκτονική μείωσης του επενδυτικού ρίσκου, φαίνεται πως υπάρχει και αγωνιστική αρχιτεκτονική, με σαφή στόχο την προσαρμογή του σε πιο ελκυστικά πλαίσια για τον μέσο, όχι πια φίλαθλο/θεατή, αλλά καταναλωτή. Συγκεκριμένα, το ίδιο το προϊόν κουρδίζεται εδώ και δύο δεκαετίες προς μία κατεύθυνση: η επιτροπή που έπεισε ο Colangelo τον Stern να στήσει το 2001 είχε ρητή αποστολή το «πρόβλημα» των λίγων πόντων, η αυστηρή εφαρμογή της απαγόρευσης του hand check από το 2004 έφερε το μεγαλύτερο άλμα σκοραρίσματος από το 1969-70. Το 2018 μπήκε το freedom of movement στις υποδείξεις προς τους διαιτητές, και σήμερα η Λίγκα τρέχει σε επίπεδα πόντων που είχε να δει από τα τέλη των ’60s – αρχές των ’70s, με το ρεκόρ επιθετικής αποδοτικότητας να έχει σπάσει έξι φορές μέσα στις οκτώ πιο πρόσφατες σεζόν. Ακριβώς αυτό το θέμα είχαμε αναλύσει στο «Χλάαατς», στο επεισόδιο bring back the hand check?, και το ξαναγράψαμε στην ανάλυση της 2023 CBA: η εύνοια της επίθεσης σε βάρος της άμυνας δεν είναι αισθητική εξέλιξη, είναι διοικητική απόφαση με σαφείς υποδείξεις. Αν σε αυτά συμπεριλάβει κανείς και το δίδυμο κατά του load management, το 65-game rule για τα μεγάλα ατομικά βραβεία και την Player Participation Policy που υποχρεώνει τα μεγάλα αστέρια της Λίγκας να δίνουν το παρών στα μεγάλα τηλεοπτικά ραντεβού, και η εικόνα κλείνει: το θέαμα που πληρώθηκε για έντεκα χρόνια, στο νέο τηλεοπτικό συμβόλαιο της Λίγκας, που τρέχει από τη σεζόν 2025-26 έναντι περίπου $76 δισ.[4], δεν αφήνει περιθώρια στην, όχι τόσο φιλική στο μάτι του μέσου θεατή, άμυνα να το περιορίσει. Και ένα asset με εγγυημένο θέαμα είναι asset με ακόμα πιο εξασφαλισμένη αποτίμηση. Κοντολογίς, όποιος αγοράζει σήμερα ένα NBA franchise δεν αγοράζει ρίσκο: αγοράζει βεβαιότητα ταμειακών ροών με υπογραφή.

Ενδεχομένως στο σημείο αυτό να αξίζει να κάνουμε δύο βήματα πίσω, για να φανεί καθαρότερα η μεγάλη εικόνα. Στις μέρες μας, στο πρώτο τέταρτο του 21ου αιώνα, το παγκόσμιο χρηματοοικονομικό περιβάλλον εμφανίζεται πιο ασταθές από ποτέ μετά το «Τέλος της Ιστορίας»: πόλεμοι σε δύο ηπείρους, ενεργειακή αβεβαιότητα, πληθωρισμοί που ανεβοκατεβαίνουν (με κύρια τάση προς το «ανεβαίνουν»), ένας πακτωλός τρισεκατομμυρίων επενδεδυμένος στο AI, είτε από ανάγκη, είτε από απόγνωση, ελλείψει έτερων -τόσο πολλά υποσχόμενων- επενδύσεων. Ακριβώς στο ίδιο πλαίσιο άλλωστε εντάσσεται και η αναγωγή σε επενδυτικά προϊόντα των βασικότερων κοινωνικών υποδομών: στέγαση, ενέργεια, τρόφιμα, υγεία, ακόμα και το νερό, έχουν μετατραπεί στην νεοφιλελεύθερη λαίλαπα, από απολύτως απαραίτητα και αναγκαία κοινωνικά αγαθά, σε προϊόντα και υπηρεσίες, τις οποίες μπορούν ιδιώτες να πωλούν με εύλογο κέρδος. Μάλιστα, ακριβώς επειδή τα ανωτέρω είναι αγαθά πρώτης ανάγκης, η ζήτησή τους δεν μπορεί παρά να είναι ανελαστική: κάπου πρέπει να μείνεις, κάτι πρέπει να φας, πρέπει να πιεις νερό και να πλυθείς, θα κάνεις ό,τι μπορείς για να ζεσταθείς και να παραμείνεις υγίης. Ακριβώς λοιπόν αυτήν την ανελαστικότητα στη ζήτησή τους επιζητά το σύγχρονο επενδυτικό κεφάλαιο, ως μέσο που εξασφαλίζει το έσοδο, περιορίζοντας το ρίσκο. Το ακριβώς επόμενο επίπεδο ανελαστικότητας φαίνεται πως αποτελούν πλέον τα αμερικανικά sports, προσφέροντας και αυτά με τη σειρά τους, κάτι που η οικονομική θεωρία θεωρεί αδύνατο: απόδοση μετοχής με ρίσκο κρατικού ομολόγου. Το θεμελιώδες αξίωμα κάθε εγχειριδίου χρηματοοικονομικής λέει πως απόδοση χωρίς ρίσκο δεν υπάρχει, πως το ένα πληρώνει το άλλο. Οι κλειστές λίγκες όμως τήνουν να το καταργήσουν στην πράξη. Και η προσπάθεια, όπως δείχνουν όλες οι πρόσφατες κινήσεις, από τη CBA μέχρι τον φορολογικό νόμο, είναι το ελάχιστο ρίσκο που απομένει να περιοριστεί, ως και απαλειφθεί, και αυτό.

Η κλειστή οικονομία και ποιοι πρόδωσαν τους όρους της

Οι παλιότεροι αναγνώστες ίσως θυμούνται πως το ίδιο ακριβώς οικοδόμημα το είχα υπερασπιστεί, από το 2018, μέσα από τη σελίδα του Ball Hog τότε, στο κείμενο με τίτλο-θέση: το ΝΒΑ δεν είναι μία open market λίγκα, και αυτό είναι καλό. Και το εννοούσα, και το εννοώ ακόμα. Το μοίρασμα των εσόδων μισά-μισά εγγυάται στους παίκτες, συλλογικά, το μισό μιας διαρκώς αυξανόμενης πίτας. Τα max και τα minimum συμβόλαια συμπιέζουν την ψαλίδα αμοιβών σε αναλογίες αδιανόητες για την υπόλοιπη αμερικανική οικονομία: εκεί που ο μέσος CEO αμείβεται πάνω από διακόσιες φορές τον μέσο εργαζόμενό του, ο καλύτερος παίκτης της Λίγκας βγάζει δώδεκα με δεκαέξι φορές το minimum, και η «μεσαία τάξη» της Λίγκας ζει (ζούσε, προ 2023 CBA σε κάθε περίπτωση) με εγγυημένα συμβόλαια που κανένα ευρωπαϊκό άθλημα δεν προσφέρει. Το cap και το floor κρατούν την ανταγωνιστική ισορροπία ζωντανή, το draft δίνει στον χειρότερο την ελπίδα της βελτίωσης και της προόδου, σε μία διαρκή προσπάθεια να κλείνει η ψαλίδα μεταξύ καλύτερου και χειρότερου, και όχι να ανοίγει. Μια κεντρικά σχεδιασμένη οικονομία που δουλεύει, και δουλεύει υπέρ του αθλήματος, του θεάματος, και του συνόλου των εργαζομένων της.

Δουλεύει όμως υπό έναν όρο, που τότε τον θεωρούσα αυτονόητο και σήμερα αποδεικνύεται πως δεν ήταν: πως το πλεόνασμα που παράγει η προστασία μοιράζεται σε όλη την πυραμίδα. Πως η κορυφή αυτής, η Διοίκησή της, ενδιαφέρεται για την βελτιστοποίηση του συνολικού οικοδομήματος και όχι αποκλειστικά για την μεγαλύτερη δυνατή εκμετάλλευση του δεδομένου θετικού αποτελέσματος που η συγκεκριμένη δομή παράγει. Καθώς, και εδώ, όπως σε κάθε σύστημα, το ερώτημα δεν είναι «κλειστή ή ανοιχτή οικονομία». Το ζητούμενο είναι πάντα αυτό της διανομής, του ποιος καρπώνεται το μεγαλύτερο μέρος του αποτελέσματος. Και εδώ, όπως σε κάθετι που η αγέλη των υπερπλούσιων ακουμπάει, φρόντισε να αλλάξει μονομερώς ακριβώς τους όρους της διανομής: κράτησε για τον εαυτό της όλα τα οφέλη της κλειστής οικονομίας, το πάτωμα εσόδων, το ταβάνι κόστους, το φορολογικό στρώμα, το δημόσιο χρήμα. Ενώ ταυτόχρονα σφίγγει διαρκώς το μερίδιο των από κάτω. Το second apron της τρέχουσας Σύμβασης επιβάλλει καθεστώς λιτότητας στα ρόστερ, συμπιέζει προς τα κάτω κάθε μη max συμβόλαιο, την ίδια ώρα που κάνει τις αποτιμήσεις να τρέχουν ανεξέλεγκτα, και η ψαλίδα ανάμεσα στο τι βγάζουν οι εργαζόμενοι και στο τι βγάζουν τα αφεντικά τους, η ψαλίδα LeBron και Walter του προοιμίου μας, ανοίγει σε επίπεδα που δεν τα δικαιολογεί κανένα «ρίσκο του επιχειρείν», αφού το ρίσκο, όπως είδαμε, τείνει να εξαλειφθεί.

Ίσως εδώ να κρύβεται και η πιο ενδιαφέρουσα ειρωνεία όλης της ιστορίας. Οι ίδιοι άνθρωποι που στην υπόλοιπη ζωή τους κηρύττουν την ελεύθερη αγορά, που χρηματοδοτούν δεξαμενές σκέψης για την απορρύθμιση και πολεμούν κάθε φόρο ως «αντικίνητρο στην επιχειρηματικότητα», έχουν χτίσει για τον εαυτό τους τον πιο προστατευμένο θύλακα σχεδιασμένης οικονομίας του δυτικού κόσμου: εγγυημένα έσοδα, νομοθετημένη εξαίρεση από τον ανταγωνισμό, ταβάνι στο κόστος εργασίας, δημόσιες υποδομές, φορολογικές αποσβέσεις σε assets που ανατιμώνται. Ο πιο πετυχημένος υπαρκτός σοσιαλισμός του πλανήτη είναι αυτός των τριάντα δισεκατομμυριούχων του NBA. Απλώς η διανομή του σταματά στην κορυφή.

Αν όλα τα παραπάνω ακούγονται σαν συνωμοσιολογία ενός αριστερόστροφου ορκωτού λογιστή, ας δώσουμε τον λόγο σε έναν άνθρωπο που δύσκολα θα κατηγορηθεί για κάτι τέτοιο. Ο Derek Thompson, από τις πιο προσεκτικές και αναλυτικές πένες της αμερικανικής δημοσιογραφίας, δημοσίευσε στα μέσα Αυγούστου 2026 ίσως το πιο ωμό κείμενο ανάλυσης σχετικά με το εν λόγω ζήτημα, με τίτλο που δεν χρειάζεται μετάφραση: The American Sports Plutocracy Is Bullshit. Η θέση του πατά ακριβώς στους πυλώνες που περιγράψαμε παραπάνω, με μια αναλογία αφοπλιστική: η σπανιότητα ενός πίνακα του Monet προκύπτει από τη φύση, ο άνθρωπος πέθανε και δεν πρόκειται να ζωγραφίσει άλλους[5]. Η σπανιότητα ενός NBA franchise προκύπτει από νόμους ανθρώπων, που θα μπορούσαν αύριο το πρωί να ξαναγραφτούν. Μιλάει για «μια δημόσια, φανερή συνωμοσία για να γίνουν λίγοι τυχεροί δισεκατομμυριούχοι πολύ, πολύ πλουσιότεροι», σημειώνει για τον Walter ειδικά πως εισέπραξε «έναν σωρό μετρητά σε μέγεθος Έβερεστ κάνοντας κάτι λιγότερο από το τίποτα», και κλείνει με μια φράση που θα έπρεπε να διδάσκεται σε κάθε σχολή οικονομικών: «δεν θα το έλεγα απάτη. Θα το έλεγα νόμο. Αλλά ο νόμος είναι κακός.» Ο Bill Simmons τον κάλεσε στο podcast του λίγες μέρες αργότερα και αφιέρωσαν ολόκληρη εκπομπή στην «αθλητική πλουτοκρατία», με την πώληση του Walter ως τη βάση της συζήτησης[6]. Μάλιστα, στο συγκεκριμένο podcast, το cap spike του 2016 βαφτίστηκε ο «μαύρος κύκνος» της Λίγκας και η απόδειξη που επιβεβαιώνει τον ανωτέρω περιγραφέντα κανόνα: η μία και μοναδική φορά που λειτούργησε στ’ αλήθεια η ελεύθερη αγορά, όταν το ταβάνι εκτοξεύτηκε απότομα, οι Warriors χώρεσαν τον Kevin Durant, και γεννήθηκε μια Δυναστεία. Το σύστημα τρόμαξε τόσο πολύ από το αποτέλεσμα, που φρόντισε στις επόμενες Συμβάσεις να μην ξανασυμβεί ποτέ, βάζοντας ταβάνι ακόμα και στον ετήσιο ρυθμό αύξησης του ίδιου του cap[7]. Και εδώ δένει ο κύκλος με όσα γράφαμε, κλείνοντας τον απολογισμό της 2023 CBA: το σύνολο των αλλαγών της δεν στοχεύει στην ανακατανομή του ταλέντου μέσα στο παρκέ, αλλά στο να γίνεται η Λίγκα ολοένα και φιλικότερο περιβάλλον επένδυσης, και η ταξική αλληλεγγύη τριάντα δισεκατομμυριούχων αποδεικνύεται σταθερά ανθεκτικότερη από την αλληλεγγύη κάθε συνδικάτου.

Στην ανοιχτή αγορά, το κεφάλαιο ψάχνει έξοδο κινδύνου

Ακόμα διδακτικότερη φαίνεται πως είναι η σύγκριση με το ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο, δηλαδή ένα ακριβώς αντίθετο στη δομή του σύστημα: ανοιχτή πυραμίδα, άνοδος κατηγοριών αλλά και υποβιβασμός, χωρίς τη δεσμευτική ύπαρξη salary cap, χωρίς salary floor: πραγματικός αγωνιστικός κίνδυνος, άρα και πραγματικές ζημίες. Ο Kieran Maguire, ενδεχομένως ο άνθρωπος που έχει διαβάσει περισσότερους ισολογισμούς ποδοσφαιρικών ομάδων από οποιονδήποτε έτερο στον πλανήτη, το τεκμηριώνει χρόνια τώρα: το ποδόσφαιρο, ως βιομηχανία, καταστρέφει συστηματικά το σε αυτό επενδεδυμένο κεφάλαιο, με τη συντριπτική πλειονότητα των clubs χρονίως ζημιογόνα, για τον απλούστατο λόγο πως ο φόβος του υποβιβασμού και το κυνήγι της ανόδου σπρώχνουν τους πάντες σε έναν αέναο ανταγωνισμό μισθών και μεταγραφών χωρίς κανένα ταβάνι[8]. Το παράδοξο το είχαμε καταγράψει ήδη από το 2023, σε κείμενο για το HUMBA! #46 με τίτλο «Το Κρίσιμο Σταυροδρόμι του Ευρωπαϊκού Ποδοσφαίρου»: ακόμα και μέσα στο ολιγοπώλιο της ευρωπαϊκής ελίτ, οι πλουσιότερες ομάδες της ηπείρου δεν είναι σχεδόν ποτέ τόσο κερδοφόρες όσο θα περίμενε κανείς. Τρία χρόνια μετά, τα νούμερα όχι μόνο δεν διέψευσαν το παράδοξο, αλλά, αντίθετα, το ενισχύουν: στην ετήσια Money League της Deloitte, για τη σεζόν 2024-25, καταγράφονται ρεκόρ εσόδων: οι είκοσι κορυφαίες ομάδες πέρασαν συνολικά τα €12,4 δισ., καταγράφοντας αύξηση της τάξης του 11% σε ετήσια βάση, με τη Real Μαδρίτης μοναδική -προς ώρας- με άνω του ενός δισεκατομμυρίου έσοδα, στα €1,16 δισ., χωρίς να έχει κερδίσει πρωτάθλημα, Κύπελλο ή Champions League εκείνη τη σεζόν. Και δεύτερη στη λίστα, η Barcelona, με έσοδα κοντά στο ένα δισ. ευρώ και καθαρή ζημιά € 17 εκατ. την ίδια χρονιά. Ρεκόρ τζίρου και κόκκινο ταμείο, στο ίδιο ισοζύγιο. Στο μεταξύ η Manchester United, εκτός Champions League τη σεζόν εκείνη, βρέθηκε στη χαμηλότερη θέση της ιστορίας της στη λίστα, με τη χαμένη ευρωπαϊκή πρόκριση να της κοστίζει €52 εκατ. τηλεοπτικών εσόδων μέσα σε μία σεζόν. Στο The Price of Football ο Maguire το γράφει ξεκάθαρα: οι σύλλογοι «βγάζουν χρήματα, ή πιο συχνά, τα χάνουν».

Και υπό αυτό το πρίσμα, ίσως να γίνονται πιο εύκολα κατανοητές όλες οι κινήσεις των κορυφαίων ποδοσφαιρικών clubs, με τη χρήση όλο και αυξανόμενης επιθετικότητας: από τα εισιτήρια διαρκείας και τις διαρκείς αυξήσεις και περιορισμούς στη χρήση τους, μέχρι το dynamic pricing[9]. Η διαφορά, για να επιστρέψουμε στο θέμα μας, είναι πως, προφανώς, ούτε το κεφάλαιο που μπαίνει στο ποδόσφαιρο δεν αγαπά το ρίσκο. Θέλει τα έσοδα του πάθους του κάθε οπαδού, χωρίς το άγχος της τελευταίας αγωνιστικής. Γι’ αυτό και όλες οι μεγάλες κινήσεις του τα τελευταία χρόνια έχουν την ίδια ακριβώς φορά: έξοδο από τον κίνδυνο. Η Superleague του 2021 ήταν, κατά λέξη, η απόπειρα εισαγωγής του αμερικανικού κλειστού μοντέλου στην Ευρώπη: κλειστή συμμετοχή ιδρυτικών μελών, δίχως υποβιβασμό, με εγγυημένο μέρισμα, και κατέρρευσε μέσα σε 48 ώρες από την οργή των φιλάθλων, ήτοι από το μοναδικό ρίσκο που τα funds δεν ξέρουν να αντισταθμίζουν. Ο Josh Kushner, ένας εκ των δύο νέων ιδιοκτητών των Lakers, ηγούνταν μόλις φέτος, μέσω της Thrive Eternal, των επενδυτών που θα έμπαιναν στο όχημα με το οποίο ο Infantino σχεδίαζε να πουλήσει περίπου το 20% της εμπορικής θυγατρικής του Παγκοσμίου Κυπέλλου, σε αποτίμηση κοντά στα $20 δισ.: όχι ένα club με τα ρίσκα του, αλλά το απόλυτο μονοπωλιακό προϊόν του αθλήματος, με εξασφαλισμένα έσοδα και μηδενική πιθανότητα «υποβιβασμού». Και την ίδια εβδομάδα με την εξαγορά των Lakers, η Fenway Sports Group συμφώνησε να πουλήσει μειοψηφικό μερίδιο της Liverpool σε κοινοπραξία με επικεφαλής τον Amit Bhatia και βασικό επενδυτή τον Jeff Bezos, σε αποτίμηση πάνω από $7 δισ.: όταν αγοράζεις τα brands με την πιο ανελαστική παγκόσμια ζήτηση, ο υποβιβασμός γίνεται θεωρητική πιθανότητα. Ακόμα και μέσα στην ανοιχτή αγορά δηλαδή, το παιχνίδι είναι ένα: αγοράζεις ό,τι δεν υποβιβάζεται, και όπου δεν υπάρχει τέτοιο, προσπαθείς να το κατασκευάσεις.

Και μη νομίσει κανείς πως το μπάσκετ της Ευρώπης στέκει καλύτερα. Η EuroLeague, η διοργάνωση των πλουσιότερων συλλόγων της ηπείρου, είναι στην κυριολεξία ένα πεδίο ζημιών. Σχεδόν καμία ομάδα δεν μιλάει για κέρδος (πλην Zalgiris και Bayern), το break-even είναι το ταβάνι: ο επιθυμητός στόχος, όχι το αυτονόητο πάτωμα όπως σε κάθε επένδυση. Η Fenerbahce κατέκτησε τον τίτλο του 2025 γράφοντας ζημιά €4-5 εκατ., και χρειάστηκε η χρήση 2025-26 για να δει το τμήμα, πρώτη φορά στην ιστορία του, κέρδος, της τάξης μόλις των €3,8 εκατ. Ο Ολυμπιακός είδε τη ζημιά του να εκτοξεύεται από τα €5,8 στα €16,6 εκατ. μέσα σε έναν χρόνο. Οι μπασκετικές Barcelona και Real επιβιώνουν μόνο χάρη στους ποδοσφαιρικούς κολοσσούς που έχουν από πίσω τους. Το μοντέλο είναι παντού το ίδιο: ένας ιδιοκτήτης, Αγγελόπουλος, Γιαννακόπουλος, Koc, Armani, που πληρώνει τη ζημιά από την τσέπη του για τη χαρά (ή όποιον άλλον, όχι τόσο διαφανή λόγο) να είναι συνδεδεμένη με αυτόν η αγάπη των οπαδών με την ομάδα. Σε επίπεδο οικονομικής ανάλυσης ωστόσο, το καλύτερο μπάσκετ μιας ολόκληρης ηπείρου, και ούτε ένα franchise που να στέκεται υγιές οικονομικά στα πόδια του.

Σε αυτό ακριβώς το τοπίο ζημιών μπαίνει το NBA με το NBA Europe. Το κλειστό, εγγυημένων εσόδων, μηδενικού ρίσκου μοντέλο, σε εξαγώγιμο αμπαλαρισμένο πακέτο. Δεκαέξι ομάδες, δώδεκα μόνιμα franchises και τέσσερις θέσεις που θα εναλλάσσονται, «ένα τροποποιημένο ανοιχτό ή ένα τροποποιημένο κλειστό πρωτάθλημα, ανάλογα με το πώς θέλει κανείς να το δει» κατά τον ίδιο τον Silver, με το business plan να μην αφήνει αμφιβολία για το πώς το βλέπουν οι ίδιοι, με προγραμματισμένη εκκίνηση τον Οκτώβριο του 2027 και τη FIBA (ίσως και όχι βέβαια) για συνέταιρο. Προσφορές από $500 εκατ. έως και πάνω από ένα δισ. ανά πόλη, break-even προβλεπόμενο από τον τρίτο χρόνο, και το μετοχικό κεφάλαιο μοιρασμένο πενήντα-πενήντα ανάμεσα στους ιδιοκτήτες του NBA και στους δώδεκα νέους που θα εισέλθουν. Και εδώ κρύβεται το πιο εύγλωττο σημείο: το project δεν κυνηγά ιστορία ή πάθος, κυνηγά αγορές. Δεν στοχεύει στους ιστορικούς συλλόγους με τα τρόπαια, στοχεύει σε μεγάλες πόλεις και τηλεοπτικές αγορές: Λονδίνο, Παρίσι, Μαδρίτη, Μιλάνο, Μόναχο, Ρώμη, Κωνσταντινούπολη, Αθήνα. Εκεί που δεν υπάρχει σοβαρή μπασκετική ομάδα, μπολιάζεται πάνω στο ποδοσφαιρικό brand, όπως συζητιέται με την PSG στο Παρίσι. Εκεί που η αγορά είναι παρθένα, εμφανίζονται σχήματα από το μηδέν, όπως οι μνηστήρες της Ρώμης, ή δανείζεται ένα όνομα της Premier League. Το πλάνο του δεν φωτογραφίζει παθιασμένους οπαδούς, αλλά ισοσκελισμένους ισολογισμούς και θετικές ταμειακές ροές. Το ίδιο ακριβώς προϊόν μηδενικού ρίσκου, τώρα σε προσπάθεια έκδοσης ευρωπαϊκού διαβατηρίου.

Το εξασφαλισμένο έσοδο που ελαχιστοποιεί το ρίσκο (είμαστε εμείς)

Και φτάνουμε στο τελευταίο, και πιο άβολο, κομμάτι της εξίσωσης: στο τι ακριβώς αγοράζουν όλοι αυτοί. Γιατί πίσω από τις «βεβαιότητες ταμειακών ροών» δεν κρύβεται κάποιος αλγόριθμος. Κρυβόμαστε εμείς. Το μοναδικό, παντελώς παράλογο, engagement του φιλάθλου με την ομάδα του, αυτό που κάνει τη ζήτηση, με οικονομικούς όρους, ανελαστική. Η ενασχόλησή μας με τα sports δεν πατάει σε καμία ορθολογική βάση, πατάει σε εγγραφές στο θυμικό και στην ψυχή, και γι’ αυτό δεν αλλάζουμε ομάδα όπως αλλάζουμε πάροχο ρεύματος όταν ανεβαίνει το τιμολόγιο. Πάνω σε αυτή την αδυναμία μας να φύγουμε χτίζεται όλο το οικοδόμημα, και πάνω της πατάει και η ολοένα πιο ακραία προσπάθεια εκμετάλλευσής της: dynamic pricing στα εισιτήρια, κατακερματισμός των συνδρομών σε διάφορες πλατφόρμες, τιμολόγηση της αγάπης στιγμή προς στιγμή[10]. Το είχαμε αγγίξει ήδη από το 2016, όταν αναρωτιόμασταν δημόσια «μήπως είναι τελικά ανοησία, όταν χορεύουν γύρω σου τα δισεκατομμύρια, να είσαι έστω και από μακριά θεατής», σε ένα συνεργατικό θέμα τότε ανάμεσα σε HUMBA!, Ball Hog και Basketball Guru. Η απάντηση, μια δεκαετία μετά, είναι πως η αγάπη μας αποδείχτηκε το πιο αξιόπιστο collateral του πλανήτη. Με ένα όριο όμως, που καλό είναι να το θυμούνται όσοι σχεδιάζουν την πλήρη απαλοιφή του ρίσκου: η Superleague δεν γκρεμίστηκε από ρυθμιστές, γκρεμίστηκε από οπαδούς. Η ζήτησή των φιλάθλων είναι μεν ανελαστική, δεν είναι ωστόσο απύθμενη.

Μέχρι εκείνο το όριο πάντως, ο κύκλος γυρίζει όπως τον είδαμε στο προοίμιο. Η ίδια παράλογη αγάπη πληρώνει και τον μισθό του LeBron και την υπεραξία του Walter, μόνο που από τον πρώτο απαιτεί αποδείξεις κάθε βράδυ, λίτρα ιδρώτα στην προπόνηση και στο παρκέ, και λογοδοσία για την παραμικρή δήλωση που μπορεί κάποιος να ερμηνεύσει διφορούμενα. Ενώ από τον δεύτερο δεν απαιτεί απολύτως τίποτα. Αυτό είναι το επενδυτικό προϊόν μηδενικού ρίσκου. Μηδενικού για εκείνους. Γιατί το ρίσκο, στο σύνολό του, όπως και κάθε λογαριασμός, από το εισιτήριο και τη φανέλα της αγαπημένης μας ομάδας ή του αγαπημένου μας παίκτη μέχρι την κάθε πλατφόρμα που πληρώνουμε για τα ανωτέρω, έρχεται ως συνήθως σε εμάς. Σε πλήρη αντιστοιχία με τα όσα λαμβάνουν χώρα και σε κοινωνικό επίπεδο, όπου το 1% του 1%, οι προκλητικά μυθικά πλούσιοι, απομυζούν συστηματικά τις Κοινωνίες σε κάθε επίπεδο: στέγασης, σίτισης, ενέργειας, υγείας, προοπτικής. Για ποιον λόγο συνεπώς, μετά την συστηματική αρπαγή του απαραίτητου άρτου, να μην μας κλέψουν και τα εξίσου ανελαστικά για συναισθηματικούς λόγους θεάματα;

 



[1] Για την πλήρη ανάλυση της μεταπώλησης, της ομοσπονδιακής έρευνας σε βάρος του Mark Walter και της οικογενειακής σύγκρουσης των Buss, βλ. το κείμενο του γράφοντος «Lakers: από Δυναστεία σε 80% επενδυτικό asset και 20% σαπουνόπερα», Basketball Guru . Τα ποσά του LeBron James και του κέρδους της μεταπώλησης: Tom Ziller, ό.π., και το φορολογικό μοντέλο του Nathan Goldman στη Forbes, 13.08.2026.

[2] ESPN / Shams Charania, 21.08.2026 (ό.π. ο σύνδεσμος στο κείμενο), Axios Sports, 21.08.2026 (συζητήσεις επί μήνες), και Sportico (αποτίμηση πακέτου Wolves και Lynx ~$ 4,2 δισ. το 2025, ιστορικό της συμφωνίας του 2021 σε αποτίμηση $ 1,5 δισ., διαιτησία και ολοκλήρωση τον Ιούνιο του 2025).

[3] Withers Worldwide, «From sidelines to bottom lines: how the One Big Beautiful Bill Act hits the sports industry» (διατήρηση της πλήρους δεκαπενταετούς απόσβεσης των franchise intangibles κατά IRC §197 στην τελική εκδοχή, έναντι περιορισμού στο 50% που προέβλεπε η εκδοχή της Βουλής). Τα στοιχεία για τον Sports Broadcasting Act, τη δημόσια χρηματοδότηση των γηπέδων (Brookings Institution) και την έρευνα «The Billionaire Playbook» της ProPublica, όπως παρατίθενται στο κείμενο του Thompson (ο σύνδεσμος ακολούθως στο κείμενο).

[4] Ανακοινώσεις NBA και τηλεοπτικών εταίρων (Disney/ESPN, NBC, Amazon), Ιούλιος 2024: ενδεκαετές εθνικό τηλεοπτικό πακέτο ~$ 76 δισ., με έναρξη τη σεζόν 2025-26.

[5] Και στην ανάγκη ξεπλύματος εκατοντάδων χιλιάδων μαύρου χρήματος θα προσέθετε εδώ ένας κακοπροαίρετος ελεγκτής κατά της απάτης, όπως ο γράφων.

[6] The Bill Simmons Podcast, «Derek Thompson on the American Sports Plutocracy, the NBA’s 2016 Black Swan Event, and the WNBA’s Growing Pains», The Ringer, 20.08.2026. Το σχόλιο για το second apron και τους μεγάλους σε ηλικία παίκτες: The Bill Simmons Podcast, «A Shocking Lakers Sale», 10.08.2026.

[7] Η δική μου ανάγνωση στο ίδιο θέμα είναι ωστόσο διαφορετική από αυτή των Simmons και Thompson, καθώς το εξετάζω από πλευράς παικτών και ισορροπίας της Λίγκας, δύο μεταβλητές που θεωρώ πως έβλαψε σημαντικά το spike του 2016, με τη δημιουργία της «death lineup» αγωνιστικά, αλλά και την αποκόμιση του συνόλου του οφέλους της αύξησης σε μία και μόνο free agency, ήτοι αποκλειστικά ευνοημένους τους παίκτες που έληγαν τα συμβόλαιά τους την συγκεκριμένη offseason, άρα αποκλειστικά ένα μικρό ποσοστό αυτών.

[8] Kieran Maguire, The Price of Football (βιβλίο και ομώνυμο podcast), με τη συστηματική τεκμηρίωση της χρόνιας ζημιογόνου λειτουργίας των ποδοσφαιρικών clubs.

[9]  Θέμα που έχει παρουσιαστεί αναλυτικά από τον γράφοντα στο κείμενο «Dynamic Pricing: Από τους Oasis στα ράφια της Tesco — και όλον τον δρόμο μέχρι τον Τελικό του Μουντιάλ στο MetLife», στο τεύχος #56 του περιοδικού HUMBA! χωρίς την ύπαρξη link για παράθεση – να το αγοράσετε αν θέλετε.

[10] Όπως ακριβώς έγραφα αναλυτικά στο προαναφερθέν κείμενο στο τεύχος #56 του HUMBA! της υποσημείωσης 9.

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « Euroleague Playoffs Preview: Ολυμπιακός - Φενέρμπαχτσε

 

 PODCASTS

Basketballguru.gr 2018 All righs reserved.      Designed and Developed by Web Rely