Δευτέρα, 08 Ιουλίου 2024 09:07

Η εξέλιξη της εθνικής και ο προσαρμοστικός Γιάννης

Από :

16 χρόνια μετά το άστοχο τρίποντο του Σπανούλη απέναντι στην Αργεντινή στο Πεκίνο και 15 μετά την τελευταία αληθινή διάκριση, η εθνική μπάσκετ προσφέρει επιτέλους αφορμή για χαμόγελα. Αν θέλουμε να είμαστε δίκαιες και δίκαιοι, βέβαια, στο προηγούμενο Ευρωμπάσκετ η πορεία της υπήρξε θαυμάσια και δεν υπήρχε καμμία ντροπή στον αποκλεισμό από τη μετέπειτα παγκόσμια πρωταθλήτρια, Γερμανία.

Για καλό ή για κακό, η πορεία της εκείνη ξεχάστηκε γρήγορα, λόγω της επίπονης φύσης του αποτελέσματος. Κατά τη γνώμη μου όμως, ό,τι είδαμε τις τελευταίες ημέρες πατάει γερά επάνω στις προ διετίας αρχές, τις οποίες ο Σπανούλης κατάφερε να εκμεταλλευτεί και να εξελίξει. Όπως καταλαβαίνετε, δεν ασχολούμαι με τα περσινά της Μανίλα.

Η ομάδα του 2022 είχε τον Γιάννη απολύτως στο κέντρο της και προσπάθησε να προσαρμόσει ανάλογα το παιχνίδι της, ώστε να εκμεταλλευτεί τα χαρίσματά του. Τίποτα το πρωτότυπο, κανένα το λάθος. Γρήγορος ρυθμός, επιθετική φιλοσοφία εν γένει, σχήματα με μάκρος (αλλά όχι ύψος) στην άμυνα. Θα μπορούσε να είχε πετύχει, αν στην οκταδα δεν έβρισκε τους Γερμανούς, αλλά αφού τους βρήκε, φάνηκαν και ορισμένα ελαττώματα. Αμελητέα οντότητα κοντά στο καλάθι, λίγη εώς ελάχιστη πίεση στη μπάλα και φυσικά, τι άλλο, μέτρια εκτέλεση στο σετ παιχνίδι, ένα χρόνιο μειονέκτημα.

Στο προολυμπιακό που τελείωσε χθες, τα παραπάνω ζητούμενα έμοιαζαν εγκατεστημένα από καιρό. Πώς και έτσι;

Αρχικά, η παρουσία του Παπαγιάννη (θυμίζω πως έλειπε το '22 και πως επέστρεψε ανέτοιμος) πρόσφερε τον όγκο και ταυτόχρονα πρόσφερε επιλογές στην επίθεση που δεν υπήρχαν τότε, όπως το pick n pop ή το kick out σε stretch ψηλό. Νομίζω πως δεν συνιστά έκπληξη η ευστοχία του από απόσταση για ένα από τα τέσσερα ματς, ειδικά για όσους/ες τον παρακολουθήσαμε στη Φενέρ.

'Επειτα, η συνύπαρξη Γουόκαπ-Καλάθη σήμανε αυτόματα διαρκή πίεση στην περίμετρο, κάτι που επίσης δεν υπήρχε ως δυνατότητα το '22. Πίσω τους, ο Γιάννης πρόβαλε σαν φόβητρο, με αποτέλεσμα η άμυνα της εθνικής να διαθέτει διαρκώς πυλώνες ανάπτυξης. Είναι προς τιμήν του Σπανούλη που δεν σκέφτηκε ποτέ να χρησιμοποιήσει τους δύο γκαρντ εναλλάξ (staggered), αλλά προτεραιοποίησε τα όσα μπορούσαν να προσφέρουν ως συμπαγές δίδυμο. Μάλιστα, την κρίσιμη ώρα, χθες απέναντι στην Κροατία, θυσίασε μέχρι και τον εξαιρετικό Τολιόπουλο, προκειμένου τα αμυντικά πλεονεκτήματα να διατηρηθούν ατόφια.

Από όπου και να το πιάσεις, η εθνική κατάπιε όλο τον κόσμο στα μετόπισθεν, ενώ ταυτόχρονα εκμεταλλεύτηκε πλήρως τις κερδισμένες μπάλες στο ανοιχτό γήπεδο. Αξίζει εδώ να σημειώσουμε την τακτική της απέναντι στον Ντόντσιτς στον ημιτελικό, η οποία χρειαζόταν εξίσου συντονισμό και υπομονή. Πρώτα ένα ατόφιο, καθαρό switch με τον παίκτη που μάρκαρε τον screener και αμέσως μετά ένα double team από τον παίκτη που βρισκόταν σε απόσταση μίας πάσας. Όχι βιασύνες με δυναμικά hedge out, που θα έδιναν στην σλοβένικη επίθεση άμεση ροή, ούτε ρίσκα τύπου over και shadow στο πικ, τα οποία θα πρόσφεραν στον Λούκα καθαρό πεδίο εκτέλεσης. Well done coach, well done!

Πάμε όμως να σταθούμε λίγο εκτενέστερα στην επιθετική αποτελεσματικότητα και ιδιαίτερα απέναντι στις καλές ομάδες, τη Σλοβενία και την Κροατία. Η εθνική λοιπόν, σούταρε με 43,5% στα τρίποντα και με 55% στα σουτ εντός πεδιάς καθόλη τη διάρκεια του τουρνουά και τα νούμερα αυτά δεν έπεσαν στα τελευταία δύο, κρίσιμα ματς. Πάντα κάποιος μέτριος σουτέρ έβρισκε (ή κάποιοι μέτριοι σουτέρ έβρισκαν μαζί) μακρινό σουτ και σε συνδυασμό με τον σταθερό Τολιόπουλο, διατηρούσαν διαρκώς την μακρινή απειλή σε υψηλά επίπεδα. Πρόκειται για κάτι σπάνιο, στο οποίο βοήθησε μεν το άπλωμα του transition, όμως δεν ήταν καθοριστικό. Αντίθετα, νομίζω πως πρωταρχικό ρόλο έπαιξαν η νοοτροπία του προπονητή και η ωριμότητα του Αντετοκούνμπο.

Ο Σπανούλης πέρασε την τόλμη που τον χαρακτήριζε όσο ήταν εκείνος παίκτης, στους αθλητές της εθνικής. Τι εννοώ; Αν δείτε την καριέρα του στην Ευρωλίγκα, δεν υπήρξε ποτέ σταθερά καλός σουτέρ τριών πόντων (32%). Όμως δεν συναντούσες άμυνα που δεν έκλεινε πάνω του, διότι τα σουτ θα τα έπαιρνε και τα κρίσιμα θα τα έβαζε. Επίσης, διάθετε "ρεπερτόριο Καλάθη" στα drive και στα floaters και εξαιρετική πάσα, το οποίο ρεπερτόριο το ανέπτυξε και πάλι μέσα από την επιμονή και το θάρρος. Τον θυμάστε στο Μαρούσι ή στα πρώτα χρόνια στον Παναθηναϊκό; Δύσκολα ενέπνεε σιγουριά στις επιλογές, όμως άλλο τόσο εύκολα και θρασύτατα επιχειρούσε, στοιχείο που φαίνεται πως χρειαζόταν στην εθνική. Η προπονητική δεν είναι συστήματα - είναι έμπνευση και δημιουργία συνθηκών εργασίας. Ο Σπανούλης διέπρεψε και στα δύο, δημιουργώντας ένα υγιέστατο περιβάλλον, όπου ο καθένας είχε εν δυνάμει εκτελεστικό ρόλο. Οι ελεύθεροι σούταραν χωρίς τον παραμικρό δισταγμό.

Φυσικά, ακρογωνιαίος λίθος υπήρξε ο Γιάννης, ακόμη και αν MVP πιθανώς να αναδεικνύεται ο Καλάθης. Δεν έχω πιο απολαυστικό διάστημα να θυμηθώ, από το ξεκίνημα της τρίτης περιόδου του ημιτελικού με τη Σλοβενία. Τότε, καθώς οι Σλοβένοι έδειχναν έτοιμοι να διεκδικήσουν ό,τι τους απέμενε, η εθνική παρατάχτηκε χωρίς τον Παπαγιάννη και έκανε τα ball screens ή τα post-ups με τον Αντετοκούνμπο σημαία. Ο μεγάλος σταρ δεν πήρε καλά καλά μισή προσπάθεια σε εκείνα τα λεπτά. Όμως γύρω του η εθνική χόρευε, ο Γουόκαπ εκτελούσε σαν ... Βασιλειάδης (γκουχ γκουχ) και οι Σλοβένοι έψαχναν έντρομοι να βρουν ποιον να πρωτομαρκάρουν. Αν υπάρχει μία εικόνα της εθνικής που θα ήθελα να επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά, είναι αυτή ακριβώς, διότι στους Ολυμπιακούς τα τείχη των αντιπάλων στην ρακέτα θα στηθούν εκ νέου και θα είναι ακόμη ισχυρότερα - κανείς δεν προτιμά να δει τον Γιάννη να βρίσκει ρυθμό. Ο ίδιος, από την άλλη, δείχνει πως καταλαβαίνει πολύ καλύτερα πια τους μικρότερους χώρους των γηπέδων της FIBA και τους εκμεταλλεύεται καταφανώς αρτιότερα, επιχειρώντας όσα ντου είναι όντως εφικτά.

Υπάρχει μία φάση χαρακτηριστική, την οποία δεν χορταίνω να βλέπω. Ο Αντετοκούνμπο πάει για drive, αλλά βρίσκει μπροστά του οχυρωμένη άμυνα. Σταματάει. Βρίσκει τον Τολιόπουλο και παίζουν pick n roll. Ο Ζούμπατς αρνείται να βγει πιο ψηλά. Γιατί; Διότι φοβάται πως ο Γιάννης θα βρει χώρο να πάει προς το καλάθι στο dive και πως η λόμπα είναι αναπόφευκτη.

Γενικά, φαίνεται πως τα πιο παραγωγικά διαστήματα της εθνικής είναι όσα παίζει ο Γιάννης σέντερ, έχοντας δίπλα του τον Μήτογλου. Η εμπλοκή του ως screener στα picks δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί εύκολα, δημιουργώντας διαρκώς ευκαιρίες. Δεν έχουμε αρκετή στατιστική υποστήριξη για το συγκεκριμένο συμπέρασμα, διότι τα ματς ήταν λίγα, πάντως φαίνεται πως όταν απέναντι δεν παρατάσσεται ένα βαρύ δίδυμο ψηλών (π.χ. Ζούμπατς-Σαριτς), τότε η συγκεκριμένη σύνθεση μπορεί να σταθεί εξαιρετικά. Αλλιώς, προτιμότερο είναι να απορροφά ο Παπαγιάννης τους κραδασμούς των μεγάλων κορμιών και να διατηρεί ο Γιάννης τον κλασικό του ρόλο.

Πάμε τώρα να κοιτάξουμε προς τη Λιλ. Ο Καναδάς συνιστά εμπόδιο σχεδόν ανυπέρβλητο με τη σύνθεση που θα κατεβάσει. Το καλό είναι πως τον βρίσκουμε αντίπαλο νωρίς, σε ένα παιχνίδι που το άγχος θα βαραίνει τους δικούς του παίκτες. Αργότερα, έρχεται η Ισπανία. Αποδυναμωμένη, αλλά διαρκώς ευφυής και με τις σημαίες για τελευταία φορά στον ιστό. Φαίνεται εύκαιρη και οι πεντάδες της δύσκολα θα σταματήσουν τον Γιάννη, ας μην είμαστε ηττοπαθείς. Το τρίτο πιάτο ακούει στο όνομα "Αυστραλία", επίσης αποδυναμωμένη, χωρίς την ενέργεια του πρόσφατου παρελθόντος. Και τα τρία ματς θα είναι ντέρμπι, όλα θα τα ευχαριστηθούμε. Το βασικό ντεφό έγκειται στο ότι ο όμιλος δεν πρόσφερεται για πρόκριση τρίτης ομάδας, όπως οι άλλοι δύο, που περιλαμβάνουν την Ιαπωνία ο ένας και το Νότιο Σουδάν ο άλλος.

Κάθε πράγμα στον καιρό του, θα επανέλθουμε σε λίγες ημέρες.

Μία σημείωση παρόλα αυτά, αν επιτρέπεται: Βρέθηκα στο ΣΕΦ για τον αγώνα με τη Σλοβενία. Η ατμόσφαιρα ήταν ψόφια, στα τάιμ άουτ είχε kiss cams, dance cams και διάφορες άλλες αηδίες, ενώ κάποιος βλαξ από τα μεγάφωνα μας φώναζε "make some noise". Από εθνική υπερηφάνεια δε, άλλο τίποτα, με τους Πελαργούς να τραγουδούν τον εθνικό ύμνο προς το τέλος, κάτι που ευτυχώς δεν πέρασε στους υπόλοιπους. 

Κάπου έλεος με αυτές τις αηδίες, φίλες και φίλοι. Πριν μόλις λίγα χρόνια οι αγώνες της εθνικής είχαν παλμό και έβαζαν στο επίκεντρο το μπάσκετ, όχι το έθνος. Η εθνική δεν συνδεόταν με κακόγουστα gigs α λα NBA. Κάποτε ο Φασούλας γκρίνιαζε για τα "πατατάκια" - και είχε δίκιο, διότι η  οπαδική εμπειρία και ο παλμός της εξέδρας υπήρξε μέρος των εξαιρετικών πορειών της πιο εμβληματικής ομάδας στην ιστορία της χώρας και έτσι θα πρέπει να είναι ξανά.

 

 

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « Προολυμπιακά τουρνουά: Πριν τα νοκ άουτ

Basketballguru.gr 2018 All righs reserved.      Designed and Developed by Web Rely