Πέμπτη, 02 Νοεμβρίου 2017 09:25

Η επίθεση των Warriors , pt 1: Η αξία της κατοχής

Από :

Για πάρα πολύ καιρό, διδασκόμασταν να παρακολουθούμε έναν αγώνα μπάσκετ υπό το πρίσμα ενός συνόλου άγραφων κανόνων, που προέρχονται κατά βάση από την συλλογική εμπειρία όλων εκείνων των ανθρώπων που υπηρέτησαν το άθλημα από την στιγμή της γέννησης του. Μην σουτάρεις τρίποντα μετά από ντρίπλα. Φρόντισε να εκμεταλλεύεσαι τα miss match στο ποστ. Μην έχεις στην ομάδα σου τον Javale Mc Gee. Ύστερα ήρθαν οι Golden State Warriors. H καθολική κυριαρχία τους την τελευταία τριετία στα παρκέ του ΝΒΑ έχει σταθεί ικανή να διαφοροποιήσει ριζικά τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε και αναλύουμε το μπάσκετ και να επιβεβαιώσει την άποψη πως τίποτα δεν μένει αναλλοίωτο στον χρόνο. Μετά και την περσινή τους παράσταση στα playoffs, έχει έρθει νομίζω η ώρα να ρίξουμε μια πιο προσεκτική ματιά στην επιθετική τους λειτουργία, αναζητώντας ταυτόχρονα τις αιτίες που μας αναγκάζουν να τους θεωρούμε ως μια από τις καλύτερες ομάδες όλων των εποχών.

Στο σημερινό πρώτο μέρος θα ξεκινήσουμε εισάγοντας κάποιες βασικές έννοιες που θα μας συντροφεύουν καθ' όλη την διάρκεια του αφιερώματος. Ο χαρακτήρας του κειμένου θα είναι σήμερα λιγάκι διαφορετικός. Ο λόγος είναι διπλός. Αφενός, όπως θα διαπιστώσετε έχω από μικρό παιδί μια ιδιαίτερη αδυναμία στα μαθηματικά. Αφετέρου, από την αρχή δυσκολευόμουν να συνταχθώ πλήρως πίσω από το μότο του σάιτ - το κρασί με πειράζει στο στομάχι (σ.σ editor: αίσχος!). Που καταλήγουμε; Σε μια κουβέντα που περιστρέφεται γύρω από τους Warriors, το μπάσκετ και τα μαθηματικά.

Ενα βασικό πρόβλημα - οι ενέργειες πριν το τελείωμα

Πολύ συχνά συνηθίζουμε να παρομοιάζουμε μια κατοχή στο μπάσκετ με μια παρτίδα σκάκι. Όπως ακριβώς συμβαίνει και στο σκάκι, οι τακτικές που χρησιμοποιούν οι ομάδες μπορούν να τις οδηγήσουν στο επιθυμητό αποτέλεσμα, μέσω μιας αλληλουχίας διακριτών μεταξύ τους δράσεων που έχουν προηγηθεί. Για παράδειγμα, ένα κάρφωμα μπορεί να παραχθεί μετά από την κίνηση δυο διαφορετικών παικτών μακριά από την μπάλα, ένα screen, τρεις πάσες, ακόμα και από την συγκεκριμένη θέση (χωροταξικά) που διατηρεί ένας αθλητής στο γήπεδο. Κάθε μία από αυτές τις επιμέρους ενέργειες έχει την δική της αξία. Η παρακολούθηση ενός αγώνα με αυτόν τον τρόπο, μπορεί να αποκαλύψει πως ενδεχομένως η αποφασιστική στιγμή μιας κατοχής να μην είναι το κάρφωμα (η κατάληξη δηλαδή), αλλά μία κίνηση στον χώρο, που πραγματοποιήθηκε λίγα δευτερόλεπτα πριν.

Αυτή η βασική ιδέα είναι κοινός τόπος όλων των ανθρώπων που ασχολούνται με το άθλημα του μπάσκετ. Το παράδοξο είναι πως η πλειονότητα των εργαλείων που χρησιμοποιούμε στην ανάλυση μας (PER, διάφορες εκδοχές του plus/minus), αδυνατούν να μαθηματικοποιήσουν την εν λόγω ιδέα στο σύνολο της, προσδίδοντας ταυτόχρονα έναν αδιαπραγμάτευτο και επιστημονικό χαρακτήρα στο τελικό αποτέλεσμα καθώς:
Α) Οι μεταβλητές που χρησιμοποιούν είναι εξαρτημένες μεταξύ τους (πχ μια λάθος πάσα έχει αρνητικό αντίκτυπο στο plus/minus ολόκληρης της πεντάδας).
Β) Δεσμεύονται σε πολύ μεγάλο βαθμό (συχνά απόλυτο) από την κατάληξη της κατοχής (εύστοχο σουτ, rebound, λάθος). Με άλλα λόγια, είναι σαν να κρίνουμε μια παρτίδα σκάκι αποκλειστικά από την κίνηση που οδήγησε σε ματ, ξεχνώντας όλες εκείνες που προηγήθηκαν.

Το γεγονός αυτό δημιουργεί ένα σημαντικό κενό, καθώς η κατανόηση του τρόπου με τον οποίο οι παίκτες συμβάλουν στην εξέλιξη μιας κατοχής είναι κρίσιμης σημασίας για την αξιολόγηση της ποιότητας των αποφάσεων που λαμβάνουν, αλλά και την πρόβλεψη της επιτυχίας συγκεκριμένων τακτικών. Μια παρτίδα σκάκι σπανίως κερδίζεται από την τελευταία κίνηση. Πως μεταφράζεται αυτό σε έναν αγώνα μπάσκετ; Τι πραγματικά προσφέρει ένα screen ή μια πάσα, που όμως δεν είναι assist;

Η αξία της κατοχής - EPV

Για να γίνει πιο εύκολα κατανοητό, ας ξεκινήσουμε ένα πείραμα δοκιμών τεμαχίζοντας μια τυχαία κατοχή σε ίσα μεταξύ τους χρονικά διαστήματα με περίοδο Τ. Όπως αναφέραμε νωρίτερα, κάθε ένα από αυτά τα διαστήματα έχει την δική του αξία (value) και συνεισφέρει ξεχωριστά στο τελικό αποτέλεσμα. Μπορούμε να αναθέσουμε μια αριθμητική τιμή σε αυτήν την αξία; Προχωρώντας τον συλλογισμό μας ένα βήμα πιο πέρα: αν παγώσουμε ένα παιχνίδι μπάσκετ σε μια οποιοδήποτε χρονική στιγμή (με την μια ομάδα να επιτίθεται), υπάρχει τρόπος να εκτιμήσουμε επιστημονικά ποια διαδρομή θα ακολουθήσει η μπάλα σε σχέση πάντα με τις διαθέσιμες; Πως διαμορφώνεται η αξία της κατοχής ανάλογα με την διαδρομή και πόσους πόντους περιμένουμε να σκοράρει τελικά η ομάδα; Υπάρχει βέλτιστη διαδρομή;

Ο Kirk Goldsberry αποπειράθηκε να απαντήσει στα παραπάνω ερωτήματα, αναπτύσσοντας ένα καινούριο μαθηματικό μοντέλο που αναπαριστά ποσοτικά μια ολόκληρη κατοχή, ‘’συνοψίζοντας’’ κάθε στιγμή της στη βάση του αριθμού των πόντων που αναμένεται να σκοράρει η επίθεση – μια ποσότητα που ονόμασε EPV (expected possession value). Πρόκειται επί της ουσίας για ένα μοντέλο πιθανοτήτων που κωδικοποιεί τον τρόπο με τον οποίο οι χειριστές της μπάλας λαμβάνουν αποφάσεις, ανάλογα με τις ιδιαίτερες συνήθειες τους και την διάταξη των παικτών στο γήπεδο. Ο Goldsberry παρουσίασε την εργασία του στο ''MIT Sloan Sports Analytics Conference'' το 2014, ανοίγοντας νέους ορίζοντες στην ανάλυση του αθλήματος, που επικεντρώνονται στην λήψη αποφάσεων, στην δημιουργία των κατάλληλων προϋποθέσεων στην επίθεση, καθώς και στις βέλτιστες αντιδράσεις – τομείς που μέχρι πρότινος ήταν σε μεγάλο βαθμό ανεξερεύνητοι. Αρκετά franchises του ΝΒΑ έσπευσαν άμεσα να εκμεταλλευτούν την δουλειά του, με πρώτους και καλύτερους τους Warriors. Πριν προχωρήσουμε όμως περαιτέρω την κουβέντα μας, είναι αναγκαίο να αναφέρουμε πως όλα τα δεδομένα που θα χρησιμοποιηθούν από εδώ και κάτω προέρχονται από το σύστημα SportVU, για το οποίο έχουμε ξαναμιλήσει σε προηγούμενο άρθρο. Το SportVU αποτελεί προσωπική έμπνευση του ίδιου ανθρώπου και από το 2013 έχει εγκατασταθεί και στα 29 γήπεδα της λίγκας, υπό την αιγίδα του ΝΒΑ.

Το EPV ορίζεται ως ο αναμενόμενος αριθμός των πόντων που θα σημειώσει η επίθεση, δεδομένης της διάταξης των παικτών και της μπάλας κατά την διάρκεια μιας κατοχής.

EPV = E[ points|dt ]

Φανταστείτε τον Lebron James να στέκεται αμαρκάριστος κάτω από το αντίπαλο καλάθι, κρατώντας την μπάλα. Η φυσιολογική κατάληξη της φάσης είναι να σκοράρει δυο πόντους. Το EPV σε αυτήν την περίπτωση θα είναι σχεδόν ίσο με δύο. Αντίστοιχα φανταστείτε τον Dwight Howard στο κέντρο του γηπέδου περικυκλωμένο από τρεiς αμυντικούς, ενώ απομένει ένα δευτερόλεπτο στο ρολόι. Η πιθανότητα να σκοράρει είναι πολύ μικρή – άρα η τιμή του εδώ θα είναι σχεδόν ίση με μηδέν.

Θυμηθείτε όμως τι κουβεντιάζαμε λίγο πιο πριν: στο μπάσκετ δεν παίζει ρόλο μονάχα η κατάληξη μιας κατοχής. Για αυτό τον λόγο το EPV μπορεί να ξαναγραφεί ως ο σταθμισμένος μέσος όρος των αποτελεσμάτων όλων των μελλοντικών διαδρομών που θα μπορούσε να λάβει η κατοχή. Για τον υπολογισμό αυτό ο Goldsberry εισήγαγε μια συνάρτηση κατανομής πιθανότητας που μας επιτρέπει να εκτιμήσουμε: α) την πιθανότητα ένας παίκτης να λάβει μια συγκεκριμένη απόφαση σε μια δεδομένη κατάσταση, σύμφωνα πάντα με το πως συνηθίζει να ενεργεί σε παρόμοιες περιπτώσεις β) το EPV της κατοχής που προκύπτει αφού λάβει αυτήν την απόφαση. Με βάση τα (α), (β) μαθαίνουμε πόσο πολύτιμη είναι οποιαδήποτε χρονική στιγμή στην επίθεση μιας ομάδας.

 

Ας προσπαθήσουμε να εφαρμόσουμε όσα έχουμε κουβεντιάσει μέχρι στιγμής. Παγώνουμε έναν αγώνα μεταξύ των Spurs και των Thunder σε μια τυχαία στιγμή και τραβάμε μια φωτογραφία από την κάμερα της οροφής. Ο Leonard είναι κάτοχος της μπάλας στην κορυφή (αρχική συνθήκη) και έχει τις εξής, πεπερασμένες επιλογές: Να επιτεθεί μόνος τους ή να πασάρει σε κάποιον από τους τέσσερις συμπαίκτες του. Κάθε μια από αυτές τις πέντε συνολικά επιλογές αποτελεί ένα διακριτό πιθανοτικό μοντέλο - με το EPV να υπολογίζεται ξεχωριστά και ανεξάρτητα για κάθε περίπτωση. Στην γενική μορφή (σχήμα) ξεκινάμε αναθέτοντας μια αριθμητική τιμή στην αρχική συνθήκη (0,88). Το EPV που αναγράφεται στο σχήμα αντιπροσωπεύει ποσοτικά κάθε επιλογή τακτικής που είναι διαθέσιμη στον Leonard. Μια ενδεχόμενη πάσα στον Green έχει ως αποτέλεσμα την μεγιστοποίηση της τιμής του, καθώς ο συγκεκριμένος αθλητής είναι εξαιρετικός σουτέρ τριών πόντων. Από την άλλη μια πάσα στον Parker οδηγεί και πάλι σε αύξηση - μικρότερη όμως σε σχέση με τον Green, λόγω της διαφοράς του ποσοστού τους στα τρίποντα. Προσέξτε επίσης τον Matt Bonner. Παρόλο που το μακρινό σουτ είναι το πιο δυνατό στοιχείο του παιχνιδιού του η αύξηση στο EPV είναι αμελητέα - ο συγκεκριμένος αθλητής συνηθίζει να εκτελεί ελάχιστες προσπάθειες ανά αγώνα.

Ολοκληρώνοντας την ανάλυση μας, δεν μένει παρά να εξετάσουμε το εν λόγω στιγμιότυπο με γνώμονα τις πιθανές διαδρομές που μπορεί να ακολουθήσει η μπάλα. Γνωρίζουμε ήδη ότι η διαδρομή Leonard -> Green είναι η βέλτιστη, καθώς το EPV (δηλαδή οι αναμενόμενοι πόντοι που θα σκοράρει η ομάδα) εντός αυτής μεγιστοποιείται. Η συμπεριφορά του χειριστή της μπάλας (οι ιδιαίτερες συνήθειες που αναφέραμε νωρίτερα) μας επιτρέπει να εκτιμήσουμε κατά προσέγγιση την απόφαση που θα λάβει. Σύμφωνα με το σχήμα, ο Kawai συνηθίζει σε αντίστοιχες περιπτώσεις είτε να τελειώνει μόνος του την φάση, είτε να πασάρει στην γωνία. Επιπλέον παρατηρείστε πως η διαδρομή Leonard -> Parker είναι μάλλον απίθανο να συμβεί. Η πάσα είναι μακρινή και εμπεριέχει υψηλό βαθμό επικινδυνότητας, αφού παρεμβάλλονται τουλάχιστον δυο αμυντικοί. Αν ο Leonard επιλέξει να πασάρει στον Green, τότε είμαστε σε θέση να συμπεράνουμε με ασφάλεια πως έχει πάρει την καλύτερη δυνατή απόφαση - ο παίκτης δηλαδή έχει ''υψηλό μπασκετικό IQ'' όπως μας αρέσει να αναφέρουμε.

Τέλος, την στιγμή που ο τελευταίος γίνει κάτοχος της μπάλας οφείλει να επανεξετάσει τις επιλογές του. Ένα ενδεχόμενο κόψιμο του Parker στην αδύνατη πλευρά μπορεί να τον οδηγήσει ξεχασμένο (αμαρκάριστο) κάτω από το καλάθι. Σε αυτήν την περίπτωση η τιμή του EPV θα εκτιναχθεί και η διαδρομή Green -> Parker θα μετατραπεί σε βέλτιστη. Το τρίποντο δηλαδή από την γωνία δεν αποτελεί μονόδρομο, κάθε χρονική στιγμή η κατάσταση μπορεί να διαφοροποιηθεί. Αυτή ακριβώς η ανάλυση του σχήματος ονομάστηκε από τον Goldsberry μοντέλο κατοχής.

Η τελική μορφή του EPV – συμπεριλαμβανομένου και του μοντέλου κατοχής – δίνεται από τον τύπο:

Το μοντέλο κατοχής διαχωρίζει τις επιλογές ενός αθλητή σε διακριτές ενέργειες που μπορούν να διαρκέσουν μερικά δευτερόλεπτα μέχρι να ολοκληρωθούν (πάσα, σουτ ή λάθος) ή συνεχείς ενέργειες που εκτελούνται στιγμιαία (κίνηση μακριά από την μπάλα). Ονομάζουμε τις πρώτες macrotransitions και τις τελευταίες microtransitions. Με αυτόν τον τρόπο διατηρούμε το υπολογιστικό κόστος σε διαχειρίσημα επίπεδα ( χωρίς την διχοτόμηση απαιτούνται περίπου 4GB δεδομένων για μια μόνο κατοχή), ενώ μας είναι πιο εύκολο να εισάγουμε ορισμένες απαραίτητες μεταβλητές για να ολοκληρώσουμε τον υπολογισμό μας (ο παίκτης να μετακινηθεί με ντρίπλα από την αρχική του θέση, ύπαρξη ενός ή δυο αμυντικών στην γραμμή πάσας κτλ). Οι μεταβλητές αυτές εισάγονται χρησιμοποιώντας συναρτήσεις βάρους ώστε να αποφύγουμε την περιστασιακή μη φυσιολογική συμπεριφορά που ενδέχεται να παρατηρήσουμε (πχ ο Drummond να σουτάρει για τρεις).

Aπό την θεωρία στην πράξη

Αφού ξεμπερδέψαμε με τη θεωρία, πάμε να δούμε μερικές εφαρμογές σε πραγματικό χρόνο, ξεκινώντας με ... Spurs.

1. Παράδειγμα Νο 1

via GIPHY

Δείτε αν θέλετε το σχήμα λίγο παρακάτω. Ο Parker γίνεται κάτοχος της μπάλας στην κορυφή και το EPV λαμβάνει την αριθμητική τιμή 0,86 (αρχική συνθήκη). Δίχως να σπαταλήσει καθόλου χρόνο αποφασίζει να επιτεθεί κάθετα εκμεταλλευόμενος το screen του Duncan. Προσέξτε πως καθώς διασχίζει την περιοχή του midrange επιτηρούμενος από τον Zeller η τιμή του μειώνεται – ενώ αρχίζει να αυξάνεται μόλις φτάσει σε απόσταση αναπνοής από το καλάθι.

Ο Parker θα μπορούσε να επιλέξει να τελειώσει την φάση πάνω σε άμυνα. Το έχει κάνει αμέτρητες φορές στην καριέρα του και ο Zeller δεν είναι δα και κανένα αμυντικό φόβητρο. Αντί αυτού όμως πασάρει στην γωνία στον αμαρκάριστο Leonard. Το EPV λαμβάνει την μέγιστη τιμή του (1,75) την στιγμή που ο τελευταίος πιάνει την μπάλα. Στην συνέχεια παρατηρούμε και πάλι μια μικρή μείωση, καθώς ο Waiters τρέχει για να μαρκάρει το σουτ. Είναι όμως πολύ αργά, ο Leonard ευστοχεί.

Η επίσημη στατιστική αποδίδει ένα εύστοχο τρίποντο στον Leonard και μια assist στον Parker. Όλα καλά μέχρι εδώ. Στο υποθετικό σενάριο που το σουτ δεν έβρισκε στόχο, ποιος είναι ο τρόπος να αξιολογήσουμε και να επιβραβεύσουμε την απόφαση του να πασάρει την τελευταία στιγμή την μπάλα; Με την ενέργεια του ο point guard των Spurs ανέβασε την αναμενόμενη αξία της κατοχής από 0,86 σε 1,58. Πρόσφερε δηλαδή την ευκαιρία στην ομάδα του να σκοράρει περισσότερους πόντους. Σε κάποιο παράλληλο σύμπαν χωρίς τα συμβατικά boxscore, αυτή η διαφορά στο EPV (της τάξης του +0,72 ) θα έπρεπε να αποδοθεί στον Parker ανεξάρτητα από την κατάληξη της τελικής προσπάθειας.

2. Παράδειγμα Νο 2 (για να περάσουμε και στους Warriors)

via GIPHY

Μετά την πάσα του Thompson, ο Draymond Green έχει όλο το χώρο και τον χρόνο στην διάθεση του για να εκτελέσει. Ο ίδιος δεν είναι και ο καλύτερος σουτέρ τριών πόντων, για αυτό επιλέγει να πασάρει στον Javale Mc Gee που έχει ξεχαστεί από την άμυνα των Raptors κάτω από το καλάθι. Με την ενέργεια του αυτή συμβάλει στην αύξηση του EPV - δίνει δηλαδή την ευκαιρία στην ομάδα του να σκοράρει περισσότερους πόντους, παρόλο που το σουτ τελικά είναι δίποντο και όχι τρίποντο.

3. Παράδειγμα Νο 3

via GIPHY

Τα τελευταία δυο χρόνια, έχει αναπτυχθεί μια ιδιαίτερη φιλολογία στην αθλητική κοινότητα γύρω από το μπάσκετ των Warriors. Ορισμένοι το χαρακτηρίζουν αφελές, διότι όπως υποστηρίζουν προτιμούν να σουτάρουν συνέχεια τρίποντα, ακόμα και στις περιπτώσεις που υπάρχει ορθάνοιχτη διάβαση προς το καλάθι. Αυτοί οι τύποι είναι γραφικοί και πανάσχετοι - θα το δούμε και στην συνέχεια - αλλά για την ώρα, ας εξετάσουμε μια τέτοια φάση από την σκοπιά του EPV. Ο Green θα μπορούσε να επιχειρήσει να σκοράρει. Παρόλα αυτά, αυτού του είδους τα τελειώματα πάνω σε άμυνα δεν είναι και το πιο δυνατό στοιχείο του παιχνιδιού του. Η απόφαση του να πασάρει στον ανενόχλητο Thompson στην γωνία είναι και πάλι απόλυτα σωστή. Το EPV έχει σαφώς μεγαλύτερη τιμή την στιγμή που ο τελευταίος γίνεται κάτοχος της μπάλας.

Αντιστρέφοντας τους κανόνες

Οι Golden State Warriors είναι ένα franchise με αστείρευτο επιθετικό ταλέντο. Το γεγονός πως τις δυο τελευταίες σεζόν διατηρούν την καλύτερη επίθεση στην λίγκα είναι φυσικά σημαντικό, αλλά από μόνο του δεν μας κάνει απαραίτητα σοφότερους. Το πραγματικό ενδιαφέρον ξεκινάει, αναλύοντας τα επιμέρους σημεία που κάνουν αυτό τον οργανισμό τόσο ξεχωριστό, καθώς, όπως προκύπτει και από την EPV analysis, ο τρόπος παιχνιδιού τους αμφισβητεί – ενίοτε και ολοκληρωτικά – μια σειρά από δόγματα της παγκόσμιας μπασκετικής κουλτούρας.

Βρισκόμαστε στην εποχή του pick n roll. Το συγκεκριμένο play είναι ίσως το πιο αναγνωρίσιμο στο σύγχρονο μπάσκετ και αποτελεί τον βασικό τρόπο έκφρασης της πλειοψηφίας των ομάδων σε κάθε επίπεδο. Όχι όμως για τον Stephen Curry και την παρέα του, που στρογγυλοκάθονται στην τελευταία θέση της σχετικής λίστας (12,1). Επιπλέον τις ελάχιστες φορές που το χρησιμοποιούν, επιλέγουν να επιτεθούν κυρίως με τους περιφερειακούς, αγνοώντας το βύθισμα του ψηλού στην ρακέτα.

Ανέκαθεν επίσης γνωρίζαμε πως οι ελεύθερες βολές είναι ο πιο ασφαλής και αποδοτικός τρόπος σκοραρίσματος. Όσες περισσότερες τόσο το καλύτερο σωστά; Σωστά, μόνο που το Golden State δεν συνηθίζει να εκτελεί και πάρα πολλές, εβρισκόμενο στο νούμερο 20 της αντίστοιχης κατηγορίας στην λίγκα. Η καλύτερη επίθεση του ΝΒΑ λοιπόν, δεν παίζει pick n roll και δεν επισκέπτεται συχνά την γραμμή της φιλανθρωπίας. Παράξενα πράγματα.

Έπειτα υπάρχει και το μεγάλο θέμα με το midrange σουτ. Τα analytics μας έχουν υποδείξει πως είναι προτιμότερο για ένα club, να μοιράζει τις προσπάθειες του ανάμεσα σε σουτ κοντά στο καλάθι (και πιο ειδικά εντός του restricted area) και σε τρίποντα. Αυτός ο κάπως αφοριστικός είναι η αλήθεια κανόνας, αποτυπώνεται με αριθμούς στην παρακάτω εικόνα, που αφορά γενικά το ΝΒΑ.

Οι τιμές του πίνακα προκύπτουν από την πολύ απλή μαθηματική πράξη: προσθέτουμε όλους τους πόντους που έχουν παραχθεί σε κάθε μια από αυτές τις διαφορετικές ζώνες και τους διαιρούμε με τις συνολικές προσπάθειες . Το αποτέλεσμα μας δείχνει πόσο πολύτιμο είναι το κάθε σουτ, ανάλογα με το σημείο του παρκέ από όπου εκτελείται. Μήπως όμως προσεγγίζουμε το ζήτημα λίγο επιδερμικά;

Η ερώτηση είναι ρητορική, καθώς οι Warriors δεν απορρίπτουν σε καμία περίπτωση την ζώνη του midrange. Αφενός σουτάρουν πολύ και από εκεί (17,6 midrange σουτ ανά αγώνα), αφετέρου μελετώντας τα στατιστικά τους δεν παρατηρούμε πουθενά την πτωτική τάση, που ίσως θα περιμέναμε να εμφανιστεί από χρονιά σε χρονιά. Η ίδια αφήγηση επιβεβαιώνεται και πρόπερσι (16,4) αλλά και την προηγούμενη σεζόν (20). Το παράδειγμα του Klay Thompson είναι ενδεικτικό: τα περίπου 4,2 midrange σουτ που του αναλογούν σε κάθε παιχνίδι έχουν διατηρηθεί ανέπαφα καθ' όλη την τελευταία τριετία. Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγουμε άλλωστε, εξετάζοντας και την σύνθεση του ρόστερ. Οι Πολεμιστές δεν είναι μια ομάδα παραγεμισμένη με σουτέρ τριών πόντων (όπως πχ το Houston ή οι Cavs). Αντίθετα αποτελείται από αθλητές με ετερόκλητα μεταξύ τους χαρακτηριστικά, με πολλούς από αυτούς να έχουν ως βασικό τους όπλο το midrange σουτ (West, Livingston).

Εδώ έγκειται και η ποιοτική διαφορά του EPV - που χρησιμοποιεί το Golden State - με τα υπόλοιπα σύγχρονα analytics. Οι αριθμοί δεν μπορούν ποτέ να είναι απογυμνωμένοι από την περίσταση, για αυτό το EPV λαμβάνει υπόψη του τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε ξεχωριστής κατάστασης. Όπως συζητήσαμε στην αρχή, η τιμή του υπολογίζεται με βάση το ποσοστό του αθλητή, την ιδιαίτερη συμπεριφορά του και φυσικά την θέση του στο γήπεδο. Με λίγα λόγια: το EPV μιας κατοχής μεγιστοποιείται κάθε φορά που ο Thompson ή ο Curry σουτάρουν για τρεις. Δεν ισχύει όμως το ίδιο για όλους τους συμπαίχτες τους. Για τον West ή τον Livingston η ζώνη προτίμησης παραμένει το midrange. Μάλιστα στις περιπτώσεις που η αντίπαλη άμυνα προσπαθεί με νύχια και με δόντια να απαγορεύσει το τρίποντο (κάτι που για τους Warriors αποτελεί καθημερινότητα), ένα ελεύθερο midrange σουτ αποκτά ακόμα μεγαλύτερη αξία. Το Moreyball είναι από την φύση του ελλιπές, καθώς βρίσκει εφαρμογή μονάχα σε ιδανικές συνθήκες, που αποτελούν την εξαίρεση και όχι τον κανόνα σε έναν αγώνα μπάσκετ. Αντίθετα, μέσω του EPV οι Warriors έχουν κατορθώσει να ξεκλειδώσουν τις πραγματικές δυνατότητες των analytics. Τα μαθηματικά άλλωστε είναι εδώ για να καθοδηγήσουν και όχι να υποκαταστήσουν τον άνθρωπο.

Τέλος, μια ακόμη σύντομη παρατήρηση ώστε να κλείσουμε το πρώτο μέρος. Ξέχωρα από την μαθηματική του έκφραση, το σημαντικότερο ίσως πλεονέκτημα του EPV είναι πως προσφέρει την δυνατότητα στις ομάδες να αξιολογήσουν την χρησιμότητα και τις ικανότητες οποιουδήποτε αθλητή, ανεξάρτητα από τα όσα δείχνουν τα συμβατικά στατιστικά. Υπό αυτό το πρίσμα, έννοιες όπως το scouting και το recruiting αποκτούν μια ολότελα διαφορετική διάσταση. Από την πλευρά τους οι Warriors έχουν καταφέρει να αναδείξουν τα τελευταία χρόνια μια σειρά από παίκτες (Livingston, Mc Gee, Pachulia), που στο παρελθόν θεωρούσαμε τελειωμένους ή ανίκανους. Δεν ξέρω αν μπορούμε να βρούμε πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα από αυτό του Draymond Green. Επιπλέον αξίζει νομίζω να αναφέρουμε πως ο Kirk Goldsberry εργάζεται από το 2015 στους San Antonio Spurs, ως επικεφαλής του τμήματος των analytics. Just saying...

(Το δεύτερο μέρος, με τίτλο "pace and space", θα δημοσιευθεί την επόμενη εβδομάδα.)

Πηγές.

https://fivethirtyeight.com/features/the-warriors-duped-the-nba/

file:///C:/Users/POWER/Downloads/2014_SSAC_Pointwise-Predicting-Points-and-Valuing-Decisions-in-Real-Time.pdf