Τετάρτη, 12 Ιουλίου 2017 11:49

Το πρόβλημα της (μη) ανταγωνιστικότητας

Από :

Ωραία εποχή το καλοκαιράκι έτσι δεν είναι; Διακοπές, μπανάκια, αφορμή για ξεκούραση και φυσικά μεταγραφολογία. Είναι η εποχή όπου σχεδόν όλες οι ομάδες μετατρέπονται δυνητικά σε διεκδικητές του πρωταθλήματος και οι παίκτες μεταμορφώνονται σε superstars, αναλόγως αν υπέγραψαν στην ομάδα της αρεσκείας μας ή όχι. Στο NBA έχει γίνει ήδη ένας μικρός χαμός, με την πλειοψηφία των παικτών να παίρνουν τα ταλέντα τους και να μετακομίζουν στην Δύση. Το γεγονός αυτό έχει με την σειρά του δημιουργήσει μια κουβέντα στο εσωτερικό την λίγκας, σχετικά με την ανταγωνιστικότητα του πρωταθλήματος (το περίφημο competitive balance). Μια κουβέντα που έχει τις ρίζες της στην κυριαρχία των Warriors την τελευταία τριετία και εντάθηκε σε μεγάλο βαθμό, μετά την εύκολη κατάκτηση του τελευταίου πρωταθλήματος. Ας αποπειραθούμε όμως να εξετάσουμε το ζήτημα στην γενική του μορφή. Στην σημερινή εποχή των Big 3 και των superteams, ποιοι είναι ακριβώς εκείνοι οι παράγοντες που επηρεάζουν καθοριστικά την ανταγωνιστικότητα της λίγκας; Τι μας επιφυλάσσει το μέλλον, με βάση την κατεύθυνση που φαίνεται να παίρνει το NBA;

Luxury tax

Ας ξεκινήσουμε, παίρνοντας ως παράδειγμα τις δυο κατά τεκμήριο καλύτερες ομάδες του πρωταθλήματος. Από την μια οι Warriors κατάφεραν να διατηρήσουν ανέπαφο τον περσινό τους κορμό, υπογράφοντας (με αύξηση) τους Iguodala, Livingston για τα επόμενα τρία χρόνια. Η ομάδα που κατόρθωσε πριν από λίγο καιρό να φτάσει μέχρι το δαχτυλίδι κάνοντας μόλις μια ήττα στα playoffs, θα επιστρέψει την νέα σεζόν ίδια και απαράλλαχτη. Πόσο περίπου θα κοστίσει όλο αυτό; Ρίξτε μια ματιά στον παρακάτω πίνακα.

 

Προσέξτε ότι ο συγκεκριμένος υπολογισμός πραγματοποιήθηκε χωρίς να ληφθούν υπόψη τα συμβόλαια των Nick Young, Pachulia και Casspi. Αν προσθέσουμε και αυτά, το συνολικό κόστος ανεβαίνει σε (πρωτόγνωρα) δυσθεώρητα ύψη. Τι εμποδίζει τον Joe Lacob, ιδιοκτήτη του franchise να διατηρήσει το υπάρχον ρόστερ και τα επόμενα χρόνια, πληρώνοντας απλώς τον αντίστοιχο φόρο πολυτελείας; Απολύτως τίποτα. H πόλη του San Francisco αποτελεί αυτήν την στιγμή την τρίτη μεγαλύτερη αγορά της λίγκας, ενώ είναι μια από τις ταχύτερα αναπτυσσόμενες. Κοινώς ‘’λεφτά υπάρχουν’’. Όσο λοιπόν οι Πολεμιστές κερδίζουν, τόσο ο ιδιοκτήτης της ομάδας θα πληρώνει τα ποσά που απαιτούνται και όσο ο ιδιοκτήτης συνεχίζει να πληρώνει, τόσο αυξάνονται οι πιθανότητες της ομάδας να κερδίζει. Δημιουργείται δηλαδή με αυτόν τον τρόπο ένας κλειστός βρόγχος, περιορίζοντας σημαντικά την δυνατότητα των αντιπάλων να αντιδράσουν.

Αντίστοιχη είναι η κατάσταση και στο Cleveland. Η ομάδα με το υψηλότερο μισθολόγιο της περσινής σεζόν (και μάλιστα με διαφορά), κατάφερε να ανανεώσει την συνεργασία της με τον Kyle Korver και αντικατέστησε τον Deron Williams με τους Jose Calderon και Jeff Green, αυξάνοντας ακόμα περισσότερο το συνολικό κόστος του ρόστερ της. Την ίδια στιγμή, μια σειρά από εξαιρετικές ομάδες (πχ Raptors) αναγκάζονται να αποχωριστούν πολύτιμους role players, είτε λόγω μιας αίσθησης ματαιότητας που δημιουργούν οι superteams στο διάβα τους, είτε επειδή απλώς αδυνατούν να μπουν ''βαθιά'' στο luxury tax. Μήπως όμως κάπου έχει χαθεί το μέτρο; Μήπως στην εποχή που οι superstars επιλέγουν να συνεργάζονται και να αγωνίζονται κάτω από την ίδια στέγη, το χρήμα παίζει ολοένα και πιο καθοριστικό ρόλο στην ανάδειξη του πρωταθλητή;

Το NBA που υποτίθεται ότι φροντίζει να διασφαλίζει τα συμφέροντα και των 30 ομάδων που συμμετέχουν, έσπευσε να διορθώσει την κατάσταση, αυξάνοντας τον φόρο για τα franchise που ξεπερνούν κατά πολύ το όριο του salary cap. Ποιον όμως πραγματικά διευκολύνει αυτή η αλλαγή; Για τις μεγάλες αγορές δεν υπάρχει καμία ανησυχία, καθώς έχουν την άνεση να ανταποκριθούν σε οποιοδήποτε κόστος. Τι γίνεται όμως με τις υπόλοιπες; Υπάρχει πιθανότητα, ο νέος (υψηλότερος) φόρος να τις κάνει βαθμιαία ακόμα πιο διστακτικές; Για να το διατυπώσω με μια φράση. Πόσο πιθανό είναι να κερδίσουν τα επόμενα χρόνια το δαχτυλίδι οι Washington Wizards, οι οποίοι διέθεταν μια από τις καλύτερες πεντάδες σε ολόκληρη την λίγκα την περασμένη σεζόν, αλλά ταυτόχρονα αποτελούν μια από τις τρείς ομάδες που δεν έχουν πληρώσει ποτέ τον φόρο πολυτελείας στην ιστορία τους; Κάτι αναμφίβολα πρέπει να αλλάξει. Μια καλή ιδέα ίσως είναι να επιβληθεί από το NBA ένα άνω φράγμα στα μισθολόγια των ομάδων, ώστε το salary cap να λειτουργήσει πραγματικά ως εξισορροπητικός παράγοντας. Η οικονομική ζημιά θα είναι στην αρχή υπολογίσιμη, όμως η έλλειψη αληθινού ανταγωνισμού θα οδηγήσει αναπόφευκτα σε μεγαλύτερα προβλήματα.

Το Tanking ως συνέπεια

Με μια πρώτη ματιά, τα πράγματα εδώ μοιάζουν απλά. Το tanking (δηλαδή η συνειδητή προσπάθεια μιας ομάδας να ηττηθεί), προσβάλλει εξ' ορισμού την αξιοπιστία του πρωταθλήματος. Το ζήτημα είναι όμως αρκετά πιο πολύπλοκο. Ας πάρουμε το παράδειγμα των Portland Trail Blazers. Το συγκεκριμένο franchise κατάφερε πριν μερικά χρόνια να επιλέξει δύο εξαιρετικούς παίκτες από την διαδικασία του draft (Lillard/McCollum). Από εκεί και πέρα στράφηκε πολύ γρήγορα (ίσως και βιαστικά) σε μια ''win now'' λογική, εγκλωβισμένο στην ίδια του την επιθυμία να πρωταγωνιστήσει. Τα αποτελέσματα; Με δεδομένο ότι το Portland δεν αποτελεί ελκυστικό προορισμό για πρωτοκλασάτους free agents (μικρή αγορά, ελάχιστη προβολή από τα media), το ταβάνι της ομάδας φαίνεται να είναι αυστηρά ο δεύτερος γύρος των playoffs. Για πρωτάθλημα ούτε λόγος, το ταλέντο δεν επαρκεί σε καμία περίπτωση. Ταυτόχρονα, η συμμετοχή στα playoffs στερεί από την ομάδα την δυνατότητα να προσθέσει στον κορμό της κάποιον ταλαντούχο παίκτη από το draft με φθηνό rookie συμβόλαιο ( ή τουλάχιστον μειώνει σημαντικά την πιθανότητα).

Ιστορικά η περίπτωση θυμίζει πάρα πολύ την πρώτη θητεία του Lebron James στους Cavaliers. O James εξελίχθηκε πολύ γρήγορα σε superstar, κουβαλώντας την ομάδα του κάθε χρόνο στα playoffs. Το γεγονός αυτό, κρατούσε με την σειρά του δεμένα σε έναν βαθμό τα χέρια του front office του οργανισμού, στην προσπάθεια του να βελτιώσει το ρόστερ (χαμηλά picks, για free agents ούτε λόγος στο Cleveland). Η παραπάνω, ανυπόμονη αγωνιστική στρατηγική έχει και ένα ακόμα σημαντικό παράγωγο. Σε ετήσια βάση, παρατηρείται το εξής παράξενο φαινόμενο: Μέτριες ή κακές ομάδες, εμφανίζονται με πολύ υψηλά μισθολόγια (Pistons, Portland), δίχως πραγματικό αντίκρισμα εντός γηπέδου. Είναι κάτι απολύτως λογικό. Βαφτίζοντας το κυνήγι ανεμόμυλων αγωνιστικό σχεδιασμό, αναγκάζονται (αφού αδυνατούν να υπογράψουν αληθινούς superstars) να χρυσοπληρώσουν αθλητές αμφίβολης αξίας, με την ελπίδα να παραμείνουν στο ''αφρό''. Πόσο επιθυμητή είναι η παραπάνω στρατηγική; Συμβάλλει στην ανταγωνιστικότητα της λίγκας ή απλώς ρίχνει στάχτη στα μάτια του φίλαθλου κοινού; Η ταπεινή μου γνώμη είναι πως αυτές οι ομάδες έχουν αναλάβει τον ρόλο του ''χρήσιμου ηλιθίου'' για το NBA. Από την μία, συντηρούν το μύθευμα της ''πιο ανταγωνιστικής λίγκας του κόσμου΄΄ και από την άλλη, πληρώνοντας υπέρογκα ποσά σε συμβόλαια παικτών εξασφαλίζουν την οικονομική ευημερία ολόκληρου του οικοδομήματος.

Με ποιον λοιπόν τρόπο μπορούν οι ομάδες να απελευθερωθούν από το κουκούλι της μετριότητας τους; Το κάθε franchise, αποτελείται από ένα σύνολο ανθρώπων που συμπεριφέρονται σαν ένα ζωντανό οικοσύστημα. Χρειάζεται να περάσει ένα ικανό χρονικό διάστημα, ώστε το οικοσύστημα να ωριμάσει και να εξελιχθεί μέσα στις κατάλληλες συνθήκες, για να γεννηθεί κάτι αληθινά όμορφο. Προσπαθώντας να ασκήσεις πίεση και να επέμβεις εξωτερικά σε ένα οικοσύστημα το οποίο αναπτύσσεται, πολύ συχνά θα το οδηγήσεις να παράγει ''τερατογενέσεις''. Αν κάποιος επιχειρήσει να κόψει τους καρπούς ενός δέντρου πριν την ώρα τους, τότε σίγουρα αυτοί θα είναι άγουροι και άνοστοι. Το ίδιο ισχύει αναλογικά και στο μπάσκετ. Η διαδικασία ασφαλώς και δεν είναι εύκολη. Απαιτείται υπομονή, λεπτομερής σχεδιασμός και προσήλωση στο πλάνο. Παρόλα αυτά το tanking παραμένει ο μόνος τρόπος αντίστασης των μικρών αγορών απέναντι στην καταπιεστική εξουσία του χρήματος. Η μόνη ευκαιρία, να κατορθώσουν να ''συλλέξουν'' το απαραίτητο ταλέντο, ώστε να ανταγωνιστούν τις κυρίαρχες ομάδες της εποχής τους. Η επιστημονική θεμελίωση του θα έχει ως αποτέλεσμα την σταδιακή βελτιστοποίηση της διαδικασίας. Το tanking δεν είναι το πρόβλημα. Αποτελεί άμεση συνέπεια του προβλήματος, μια αναγκαιότητα που προκύπτει από την σκληρή πραγματικότητα του αθλήματος.

Τα super-max contracts και οι Houston Rockets.

Στο περιθώριο της απόκτησης του Chris Paul, o Daryl Morey - GM των Rockets - έκανε μια δήλωση η οποία διέφυγε της προσοχής των Αμερικάνικων media. Δήλωσε ότι αυτή την στιγμή στο NBA πραγματοποιείται μια κούρσα εξοπλισμών (arms race), προσθέτοντας πως είτε θα πάρεις μέρος σε αυτήν, είτε θα τεθείς στο περιθώριο. Μέσα σε δυο φράσεις, περιέγραψε με απόλυτο κυνισμό την νέα συνθήκη του αθλήματος. Με βάση αυτήν την λογική, η ομάδα του Texas κατάφερε το φετινό καλοκαίρι να αποκτήσει (μέσω ανταλλαγής) τον CP3, να ανανεώσει την συνεργασία της με τον εξαιρετικό Nene και να υπογράψει τον P.J. Tucker. Ακόμα, σύμφωνα με τα τελευταία δημοσιεύματα, αναμένεται να κινηθεί δυναμικά για την απόκτηση του Carmelo Antony, δημιουργώντας την δική της εκδοχή των Big 3. Είναι περιττό να αναφέρουμε ότι έχει ήδη ξεπεράσει κατά πολύ το όριο του salary cap (ακόμα και χωρίς τον Antony). Μια νέα superteam ετοιμάζεται να γεννηθεί.

Η επόμενη μέρα της λίγκας, αχνοφαίνεται σιγά σιγά στον ορίζοντα: ένας μικρός αριθμός από superteams που θα ανταγωνίζονται κάθε χρόνο για το πρωτάθλημα με τις υπόλοιπες ομάδες να περιορίζονται σε ρόλο κομπάρσου. Το μοντέλο των Big 3 μετατράπηκε πέρσι σε Big 4 και σταδιακά θα δώσει την θέση του στους Big 5. Αυτή είναι η φυσική εξέλιξη του φαινομένου, αν αφεθεί ανεξέλεγκτο. Το NBA στην προσπάθεια του να αναγκάσει τους παίκτες να παραμείνουν στις ομάδες τους (Bird rights), πρότεινε την εφαρμογή των super-max contracts. Η απάντηση του δηλαδή είναι: περισσότερα χρήματα. Είναι μια αλλαγή που δεν λύνει απολύτως κανένα πρόβλημα. Οι αθλητές αυτού του επιπέδου που αμείβονται με εκατομμύρια, έχουν ως πρώτη προτεραιότητα το δαχτυλίδι. Για αυτό θα επιλέξουν να μετακινηθούν σε μια ομάδα, που θα τους το εγγυάται στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό. Η οικονομική ''ζημιά'' είναι αμελητέα (δεν είναι ότι αντιμετωπίζουν και βιοποριστικό ζήτημα), μπροστά στην υστεροφημία τους. Και σε ένα περιβάλλον αγωνιστικής ανισορροπίας που συνεχώς μεγαλώνει, οι πιθανοί προορισμοί μειώνονται δραματικά. Ο Paul George και ο Gordon Hayward είναι απλώς τα δύο τελευταία χρονικά παραδείγματα. θα ακολουθήσουν και άλλοι.

Επίλογος

Κάθε εποχή έχει τα δικά της μοναδικά χαρακτηριστικά και σε κάθε κανόνα υπάρχουν οι εξαιρέσεις. Δίχως τις superteams και τους Big 3, πιθανώς σήμερα να κάναμε μια διαφορετικού τύπου κουβέντα. Ένα πράγμα που παραμένει πάντως διαχρονικό, είναι πως το μπάσκετ και γενικότερα ο αθλητισμός έχει ανάγκη από όμορφες, ρομαντικές ιστορίες. Ιστορίες που παραμένουν αναλλοίωτες στον χρόνο και γίνονται σύνθημα στα χείλη των οπαδών. Ιστορίες για παιδιά που γεννήθηκαν, μεγάλωσαν και επιλέχθηκαν από την ομάδα της πόλης τους και κατάφεραν να της χαρίσουν ένα πρωτάθλημα. Ιστορίες για αθλητές από ξένες χώρες που έσωσαν την ομάδα τους από την ανυποληψία. Ιστορίες σαν και αυτή: