Τρίτη, 07 Νοεμβρίου 2017 11:15

Ασυμπλήρωτο παζλ

Από :

Το εμπόδιο του βαρύ κι όχι ορεξάτου Ολυμπιακού στον ημιτελικό του κυπέλλου αποδείχθηκε ανυπέρβλητο για τον Άρη. Στην "μεγάλη εικόνα" θα δει κανείς έναν αποκλεισμό για τους Θεσσαλονικείς, ο οποίος τους στερεί την δυνατότητα να διεκδικήσουν έναν τίτλο, υπό καλές προϋποθέσεις, απέναντι στην ΑΕΚ, αλλά τα μικρά γράμματα είναι αυτά που συνήθως λένε τα πιο ουσιαστικά πράγματα. Οι 49 πόντοι των γηπεδούχων αποτέλεσαν το season low της ομάδας, το οποίο η αλήθεια είναι πως δύσκολα θα επαναληφθεί, όμως δεν ήρθε... ουρανοκατέβατο, αφού είχαν προηγηθεί κι άλλες βραδιές επιθετικής αφλογιστίας, η οποία πλέον αποκτά ανησυχητική διάρκεια, με την "μονοτονία" να μην σπάει. Πού θα ήταν δίκαιο να την αποδώσουμε και τι χρειάζεται η ομάδα του Γιαννάκη για να βγάλει και πάλι... φλόγα;

Αρχικά, τίθεται άραγε θέμα ταλέντου και πληρότητας; Μα φυσικά. Είναι οφθαλμοφανές πως από το backcourt του Άρη απουσιάζει ο παίκτης που θα πάρει τις μεγάλες αποφάσεις. Με λίγα λόγια, λείπει το μεγάλο επιθετικό ταλέντο που θα έχει την ικανότητα να τραβήξει σε σκορ την ομάδα του, βάζοντας κοντά στους 15 πόντους σε κάθε ματς, και παράλληλα θα είναι σε θέση να προσφέρει δημιουργικές λύσεις, φτιάχνοντας φάσεις για τους συμπαίκτες του. Πέρσι, αυτός ο παίκτης λεγόταν Cummings και πρόπερσι McNeal. Άλλοτε το έκαναν επιτυχώς, άλλοτε όχι. Σε κάθε περίπτωση πάντως, αυτή ήταν η δουλειά τους: να ηγούνται της περιφέρειας (και κατ' επέκταση της ομάδας), να μοιράζουν σωστά την μπάλα, να παίρνουν τα μεγάλα σουτ, να αποτελούν τον βασικό "στόχο" στο scouting των αντιπάλων προπονητών.

Φέτος, κάτι παρόμοιο δεν συμβαίνει στον Άρη, αφού παίκτης με τα χαρακτηριστικά αυτά δεν υπάρχει και η απουσία του κοστίζει σημαντικά στην ομάδα, όπως μαρτυρούν τα αποτελέσματα. Δεν μας προκαλεί εντύπωση το γεγονός πως το σύνολο του Γιαννάκη παρουσιάζει εξαιρετικά χαμηλή αποδοτικότητα στον επιθετικό τομέα, έχοντας μέχρι στιγμής 64.3 πόντους κατά μέσο όρο στα δέκα πρώτα επίσημα παιχνίδια που έχει δώσει σε Ελλάδα κι Ευρώπη. Ο Άρης στην καλύτερη του βραδιά πέτυχε 71, στο Λαύριο, κάτι που συνέβη χάρις το μπάζερ μπίτερ του Παναγιώτη Βασιλόπουλου. Έχει "πιάσει" άλλες τέσσερις φορές την 70αρα, ωστόσο σε πέντε περιπτώσεις έμεινε κάτω από τους 69 πόντους, με αποκορύφωμα τους 49 στον ημιτελικό κυπέλλου με τον Ολυμπιακό. Οι αριθμοί μιλούν από μόνοι τους και αποδεικνύουν πως η ομάδα της Θεσσαλονίκης δυσκολεύεται πολύ επιθετικά κι αναγκάζεται να οικοδομήσει τις νίκες της στην αμυντική της στιβαρότητα. Σε έναν τομέα, που πράγματι τα πηγαίνει καλά κι έχει αρχές, αλλά αυτό δεν είναι της παρούσης.

Ο Vaughn, ο οποίος ήρθε στην Ελλάδα με συστάσεις ενός αξιόλογου σκόρερ, έχει δείξει ορισμένα θετικά στοιχεία, αλλά το στυλ του παραπέμπει περισσότερο στον Jenkins. Είναι αρκετά ασταθής και δεν "γράφει" πολλές ασίστ στο κοντέρ του. Δεν έχει βρει μέχρι ώρας το (καλό) σουτ του, κάτι που εάν καταφέρει στη συνέχεια, η χρησιμότητα του θα είναι σαφώς πιο ουσιαστική, αλλά ίσως δεν έχει το "μέταλλο" για να γίνει ο πρωταγωνιστής. Απ' την άλλη, ο Gary Bell δε διαφέρει πολύ σε σχέση με τον Vaughn, όμως είναι πολύ πιο "ήπιος". Δεν διακρίνεται το ίδιο εύκολα μέσα στο παρκέ, η μπάλα περνά λιγότερες φορές από τα χέρια του. Είναι πάντως ενδεικτικό πως οι δυο τους έχουν μόλις 4/24 τρίποντα στο ελληνικό πρωτάθλημα (17%) και 10/30 στο Champions League (33%). Οι επιδόσεις τους δεν κρίνονται ικανοποιητικές, αναλογικά πάντα με το τι θα περίμενε κανείς βλέποντας τα ποσοστά τους στις προηγούμενες ομάδες τους.

Ταυτόχρονα, ούτε ο Αθηναίου έχει καταφέρει ακόμη να αποκτήσει τον απαιτούμενο ρυθμό στην επίθεση κι αυτό έχει ως αποτέλεσμα η δυστοκία μοιραία να διογκώνεται. Τον άλλοτε ερυθρόλευκο, όμως, τον γνωρίζουμε κι η αίσθηση που μας δίνει είναι πως αργά ή γρήγορα, θα βρει τα πατήματα του και θα βελτιώθει. Δεν πρόκειται όμως για έναν κλασσικό άσσο κι εκεί εστιάζεται το μεγαλύτερο ζήτημα της ομάδας: ο Άρης χρειάζεται έναν playmaker που να κάνει όσα εξηγήσαμε παραπάνω. Να προσθέσει φαντασία στο παιχνίδι, να προσφέρει το "απρόβλεπτο" και να γίνει το βαρόμετρο της ομάδας. Εύλογα θα αναρωτηθείτε "μα καλά, ένας τέτοιος παίκτης, έχει κι ένα Χ κόστος, το οποίο ο φετινός Άρης ενδεχομένως να μην μπορεί να υποστηρίξει". Συμφωνούμε απόλυτα, είναι δύσκολοι καιροί για... "ανοίγματα", όμως οφείλουμε να επισημάνουμε την ανάγκη για άμεση ενίσχυση, η οποία βγάζει μάτι εδώ κι αρκετές εβδομάδες.

Για να μην μακρηγορούμε, ο Άρης, που (βραδέως) χτίστηκε με τον (ανορθόδοξο) τρόπο που χτίστηκε τους προηγούμενους μήνες, λόγω των δεδομένων οικονομικών δυσκολιών που αντιμετωπίζει ως οργανισμός, μοιάζει με ένα ασυμπλήρωτο παζλ. Ο Παναγιώτης Γιαννάκης είναι καλός κι έμπειρος στο να το φτιάξει και να το "καμουφλάρει", αλλά του λείπει ένα βασικό κομμάτι. Συν τοις άλλοις, το ρόστερ του απαρτίζεται ως επί το πλείστον από παίκτες - εργάτες. Από μονάδες που θα υπακούσουν τον Δράκο, υποτάσσοντας το όποιο μπασκετικό ένστικτο διαθέτουν για χάρη του συνόλου. Θα δουλέψουν για την ομάδα, θα σκυλιάσουν στην άμυνα, θα είναι πολλές φορές δυσκολοκατάβλητοι. Όμως, όπως έχουμε πει κι άλλες φορές κατά το παρελθόν, η ουσία του σπορ είναι να πέφτει η πορτοκαλί στο καλάθι.

Στο τωρινό δυναμικό της ομάδας, δεν ξεχωρίζουμε κάποιον παίκτη που να μπορεί να το κάνει με άνεση και συνέπεια. Ταλαντούχος επιθετικός, εκτός από καλός ριμπάουντερ, είναι αδιαπραγμάτευτα ο Keith Benson, αλλά ως γνωστόν οι ψηλοί, στην παρούσα φάση που περνά το άθλημα, από μόνοι τους δεν αρκούν. Χρειάζεται δίπλα τους ένα alter ego, το οποίο θα αγωνίζεται στην θέση "1". Αφήστε δε, που επειδή η τροφοδοσία που λαμβάνει 29χρονος σέντερ δεν είναι μεγάλη, αναγκάζεται να παίρνει πάρα πολλές προσπάθειες, τις οποίες φτιάχνει ο ίδιος, αρκετές φορές υπό όχι και τις καλύτερες δυνατές συνθήκες. Με άλλα λόγια, ο Άρης δεν μπορεί να εκμεταλλευτεί στο έπακρο το βασικότερο όπλο του.

Και το ακόμη χειρότερο του παραπάνω ντόμινο; Ίσως κιόλας το "αφοπλίσει" μακροπρόθεσμα. Ο Benson δεν μπορεί να τραβά μόνος του κουπί στην θέση "5". Μη ξεχνάτε πως το έχει πάει... σερί, αφού προέρχεται από αγωνιστικές υποχρεώσεις στην Κίνα. Το πλάνο με τον Morant σε ρόλο back-up center δεν φαίνεται να λειτουργεί κι ο Γιαννάκης το... παλεύει με πατέντες (small ball με Τσαϊρέλη & Πέτγουεϊ, κάπου-κάπου και Χρηστίδης). Εάν απαριθμήσουμε ως νούμερο ένα ανάγκη την απόκτηση ενός playmaker, τότε σίγουρα στο νούμερο δύο θα βάζαμε έναν ψηλό. Εκτός κι αν ενεργοποιηθεί στην πορεία περισσότερο ο Morant και μείνει μακριά από τους μικροτραυματισμούς που τον κρατούν πίσω. Για την ώρα πάντως, στο ελάχιστο που τον έχουμε δει, δεν φαίνεται πως μπορεί να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις.