Κυριακή, 18 Ιουνίου 2017 09:45

Όπως το '99 (;)

Από :

(Φωτογραφία από eurohoops.net)

Τίποτα δεν έχει αλλάξει και τίποτα δεν είναι όπως παλιά λένε ο Χ&Π Κατσιμίχας (Sorry Γιώργο). Τις τελευταίες μέρες πήρε κάποια σχετική έκταση το συμβάν με τους παίχτες του Παναθηναϊκού με το σύνθημα για το 99, που περιγράφει μια ιστορία, αναφερόμενο φυσικά στα ανδρικά και γυναικεία γεννητικά όργανα (πούτσες και τέτοια). Πέσαμε από τα σύννεφα, καθώς δεν μπορούσαμε να φανταστούμε ότι οι μπασκετμπολίστες βρίζουν.

(Ανοίγει παρένθεση: Έγινε και μια προσπάθεια από μια εφημερίδα να ανέβει επίπεδο το σκηνικό και γράφτηκε ότι μετά το συγκεκριμένο σύνθημα, οι παίχτες του Παναθηναϊκού θυμήθηκαν και τη σύζυγο του αρχηγού του Ολυμπιακού, λέγοντας συνθήματα για ομαδικό έρωτα (παρτούζες) κλπ. Γενικά μια όμορφη ατμόσφαιρα. Πριν τέσσερα χρόνια ο Ολυμπιακός είχε πάρει το Ευρωπαϊκό. Σε δεύτερη φάση λοιπόν τα βίντεο που έπαιζαν ήταν με τον Μίλαν Τόμιτς να φωνάζει ότι είναι καύλα τώρα που οι βαζέλες είναι τάβλα. Υπάρχει μια «γοητεία» όταν βλέπουμε παίχτες και παράγοντες να καφροποιούνται και να γίνονται «ένας από εμάς». Αυτά λοιπόν συνέβαιναν και θα συμβαίνουν, αλλά αυτό είναι άλλη κουβέντα. Κλείνει η παρένθεση.)

Τι είχε γίνει λοιπόν εκείνο το 1999 που τραγουδάνε όλοι τις τελευταίες μέρες; Πώς ήταν τα πράγματα τότε και τι πρόοδος έχει σημειωθεί, αν έχει σημειωθεί; Σε προσωπικό επίπεδο, ήμουν ένας από τους 3.500 Παναθηναϊκούς που ήταν στο ΣΕΦ σε εκείνο τον τελικό, οπότε ήταν και αυτή μια εμπειρία που με σημάδεψε.

Αρχικά θεωρώ ότι η επιτυχία του Παναθηναϊκού τότε ήταν πολύ πιο σημαντική από τις επόμενες, για τον απλούστατο λόγο ότι ήταν πρωτόγνωρη. Ήταν το πρώτο πρωτάθλημα που έπαιρνε εναντίον του Ολυμπιακού και μάλιστα στην έδρα του. Τα προηγούμενα χρόνια ο Ολυμπιακός κυριαρχούσε και κέρδιζε πάντα τον Παναθηναϊκό στα play off, ακόμα και όταν οι πράσινοι είχαν πάρει το ευρωπαϊκό. Την προηγούμενη χρονιά που ο Παναθηναϊκός έμοιαζε φαβορί, ο Στογιάκοβιτς πέρασε με τον ΠΑΟΚ στον τελικό και έτσι το 99 έμελε να έρθει η πρώτη επιτυχία εναντίον του αιωνίου. Αξίζει να σημειωθεί ότι το '99 ο Ολυμπιακός δεν ήταν κάποια ομάδα με μέτριο ρόστερ. Λίγες εβδομάδες νωρίτερα είχε συμμετάσχει στο φάιναλ φορ του Μονάχου. Αυτό το γεγονός, ότι δηλαδή ο Παναθηναϊκός για να κερδίσει τον τίτλο κέρδισε ομάδα που είχε πάει στο φάιναλ φορ (ενώ αυτός όχι) ίσως να είναι και από τα λίγα στοιχεία που μπορείς να πεις ότι είναι «όπως το 99».

Το πλαίσιο και ο Σούμποτιτς

Είναι μεγάλο κλισέ, αλλά είναι και αληθές, ότι τα τελευταία 18 χρόνια πολλά έχουν αλλάξει. Σε πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο, αρκεί να αναφέρουμε τα εξής: Το 1999 είχαμε ΠΑΣΟΚ, το εθνικό μας νόμισμα ήταν η δραχμή, οι "δυο ξένοι" τελείωναν τη δεύτερη σεζόν και υπήρχαν βάσιμες ενδείξεις ότι θα πάνε και για τρίτη (δεν έγινε ποτέ). Για το μόνο πράγμα που ανησυχούσε ο κόσμος ήταν για τον ιό Υ2Κ , στις συναυλίεςτο κοινό έβλεπε, δεν βιντεοσκοπούσε, και στην πλατεία Αγ.Ειρήνης ήταν μόνο ο «Κώστας».

Σε επίπεδο μπάσκετ ο Παναθηναϊκός του 1999 είχε προπονητή τον Σούμποτιτς και ένα ευρωπαϊκό στην κατοχή του. Ο Σούμποτιτς δε, όταν πήρε εκείνο το πρωτάθλημα, είχε κάνει και μια πολύ επιτυχημένη δήλωση που μέσες άκρες έλεγε ότι όταν είχε έρθει στην ομάδα είχαμε να πάρουμε πρωτάθλημα 14 χρόνια, ενώ αυτός κατάφερε να πάρει δυο και μάλιστα σερί, και «να δούμε πότε θα ξανασυμβεί αυτό». Μετά η συνέχεια είναι γνωστή, ο Παναθηναϊκός ανέβασε ταχύτητα, ο Σώκρατες τα παράτησε και ο Ολυμπιακός πάλευε με Παπαμακάριο και Νιγκαγκμπάτζε. Η παρακαταθήκη (και των δυο ομάδων) μας δείχνει ότι τίποτα δεν είναι όπως το 1999. Ούτε καν η μεταξύ τους κόντρα.

Προς το καλύτερο

Κάποια πράγματα άλλαξαν προς το πολύ καλύτερο: Είναι ξεκάθαρο πως οι ελληνικές ομάδες (και δη ο Παναθηναϊκός, που είναι η ομάδα μου και φυσικά μεροληπτώ) έχουν ανέβει επίπεδο μετά την τεράστια συγκομιδή ευρωπαϊκών τίτλων που έχει σημειωθεί τα τελευταία 18 χρόνια. Είναι γεγονός λοιπόν, ότι το διάστημα αυτό η ομάδα μου άφησε το στίγμα της με τόσο εμφατικό τρόπο, που τον Μάιο του 1999 δεν μπορούσαμε να φανταστούμε με τίποτα. Σίγουρα τότε η ιδέα της κατάκτησης ενός δεύτερου ευρωπαϊκού ήταν κάτι που ενθουσίαζε, αλλά η εγχώρια επικράτηση απέναντι στον Κόκκαλη κυρίως, και δευτερευόντως απέναντι στον Ολυμπιακό, φάνταζε κάτι πολύ σημαντικό. Μετά ευτυχώς το απωθημένο έφυγε και συνειδητοποιήσαμε ότι η καταξίωση έρχεται μέσα από τους ευρωπαϊκούς τίτλους.

Οφείλω να αναγνωρίσω σε αυτό το σημείο πως αυτό που έχει καταφέρει ο Ολυμπιακός την τελευταία πενταετία, ακόμα δηλαδή και με κουτσουρεμένο ρόστερ, το οποίο υπολείπεται αστέρων έναντι των ανταγωνιστών, να μην μπορείς να τον ξεγράψεις από το φάιναλ φορ, είναι κάτι αξιοσημείωτο. Αντιλαμβανόμαστε λοιπόν πως το ευρωπαϊκό κύρος που υπάρχει στις ομάδες το 2017 με τίποτα δεν μπορεί να συγκριθεί με αυτό του 1999.

Προς το χειρότερο

Κάποια πράγματα άλλαξαν ίσως προς το χειρότερο: Σίγουρα σε αυτή την ενότητα θα πρέπει να γράψουμε για τους παράγοντες. Η αντιπαλότητα και οι εγωισμοί μεγαλοεπιχειρηματιών οδηγούν πολλές φορές τον κόσμο σε αμηχανία. Στα τέλη της δεκαετίας του '90 ζούσαμε βαθύ Κοκκαλιστάν, το οποίο εκφραζόταν κυρίως μέσω του λαοφιλούς ποδοσφαίρου. Στο μπάσκετ υπήρχε σαφής αντιπαλότητα, αλλά οι καταστάσεις ήταν συχνά πυκνά περισσότερο γραφικές παρά επικίνδυνες. Η αίσθησή μου είναι αυτή, μπορεί να έχω παρασυρθεί στο πνεύμα της παρελθοντολαγνείας και να κάνω και λάθος.

Η νέα γενιά παραγόντων μπορεί και να κουβαλάει κάποιες παθογένειες που έχουν να κάνουν με υψηλά επίπεδα εγωισμού, είναι σχεδόν πάντα ασεβείς και κάποιες φορές λειτουργούν σαν το κακομαθημένο παιδί που όσο μεγαλώνει δεν του έχει πει κανείς ποτέ «όχι». Από την πλευρά του κόσμου δεν μπορώ να πω ότι υπάρχει καμιά δραματική αλλαγή. Και τότε σιφόνια έπεφταν μέσα στο γήπεδο. Απλά στο πέμπτο παιχνίδι υπήρχαν και οπαδοί της άλλης ομάδας. Στις μέρες μας ανθεί και το flaming στα social media με τους «επαγγελματίες» σχολιαστές και τουϊτεράδες, που σίγουρα δεν βοηθάει.

Η ανάπτυξη της τεχνολογίας βέβαια, και η γρήγορη διάδοση της πληροφορίας έβαλε στο τοπίο και τα ΜΜΕ. Οι ψευδείς ειδήσεις είναι ένα φαινόμενο που τα ελληνικά μέσα έχουν αρχίσει να ανακαλύπτουν τα τελευταία χρόνια και σίγουρα δεν συμβάλουν στην ύπαρξη ενός ομαλού κλίματος. Το φαινόμενο αυτό δεν πρέπει να υποτιμηθεί από κανέναν, αρκεί να αναλογιστούμε πως συνέβαλε στην εκλογή του νέου προέδρου των ΗΠΑ*. Ακόμα όμως και όταν κάποιες ιστορίες είναι αληθείς, έχει ενδιαφέρον το πρίσμα μέσα από το οποίο παρουσιάζονται δημοσιογραφικά, όπως επίσης και οι συνέπειες. Το πιο προφανές και συχνό φυσικά, είναι το να βλέπεις site με τον μανδύα της αντικειμενικότητας να προβάλλουν θέσεις των χρηματοδοτών τους. Παράλληλα βλέπεις ότι μπορεί να απολυθούν κάποιοι δημοσιογράφοι όταν εκφράσουν μια άποψη, πχ ότι δεν θα έπρεπε να κάνει ένσταση μια ομάδα.

Για την σχετικά κατηφορική πορεία στα ανωτέρω, στην αύξηση της έντασης, στα συχνά επεισόδια, στην παραπληροφόρηση κλπ, δεν πιστεύω πως είναι ισομερώς κατανεμημένες οι ευθύνες. Όποιος πηγαίνει στο γήπεδο συχνά, όποιος έχει την τύχη να πηγαίνει στο γήπεδο και στο εξωτερικό και όποιος αφουγκράζεται το κλίμα μιας κοινωνίας, πιστεύω καταλαβαίνει ότι το μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης το έχουν οι διοικούντες. Ό,τι γίνεται μέσα στα γήπεδα γίνεται με τις πλάτες των διοικήσεων. Και το σημαντικότερο είναι πως αν θέλανε θα μπορούσε να σταματήσει άμεσα. Οι υπόλοιποι κρίκοι της αλυσίδας αναγκαστικά θα ακολουθούσαν. Φυσικά δεν εθελοτυφλεί κανείς. Είναι ξεκάθαρο πως όχι μόνο δεν θέλουν να αλλάξει η κατάσταση την πυροδοτούν κιόλας συνεχώς.

Α, και κάποια πράγματα έμειναν ίδια: Ο Βασιλακόπουλος.

Δεν προσπαθώ να υποτιμήσω τη φετινή επιτυχία της ομάδας μου. Ούτε παίρνω κυριολεκτικά τις ρίμες ενός συνθήματος. Απλά, κουβέντα να γίνεται.

Υ.Γ. Ξαναδιαβάζω το κείμενο που έγραψα και δεν βρίσκω καμία ουσία και κανέναν ειρμό. Ε δεν υπάρχει και αγωνιστική δράση οπότε ας αναλωθούμε σε μαλακίες.

Σημείωση

*Σχετικά με τον όρο fake news και τη δυναμική αξίζει να δει κανείς ενδεικτικά τα παρακάτω βίντεο που παρουσιαζουν τη συμβολή τους στις αμερικανικές εκλογές

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « Το #renew or #not to renew Η εκδίκηση της ψυχικής ανισορροπίας »