Σάββατο, 17 Σεπτεμβρίου 2016 15:37

"Μεσάνυχτα στη Γκόθαμ Σίτι" - Part I

Από :

Από μπασκετικής αποψης, πάντα έβρισκα ενδιαφέρον στον Σεπτέμβρη. Αγωνιστική δράση ακόμα δεν υπάρχει, ωστόσο παίρνουμε τα πρώτα δείγματα από το τι θα δούμε την ερχόμενη σεζόν. Και όσο δε μας δίνονται νέα στοιχεία να επεξεργαστούμε και να αναλύσουμε, οσοι είμαστε ερωτευμένοι με αυτό το άθλημα συχνά… αναμοχλεύουμε τη μπασκετική ιστορία, θυμόμαστε σε συζητήσεις ονόματα, παιχνίδια και ιστορίες από το κοντινό ή όχι και τόσο κοντινό παρελθόν. Με ένα αγωνιώδες και ανεξήγητο αίσθημα ανακάλυψης, αλλόκοτο, καθώς εξ ορισμού είναι αδύνατο να ανακαλύψεις το ίδιο πράγμα για δεύτερη φορά. Στο μπάσκετ όμως (αντε και στον έρωτα), μια παλιά φωτογραφία, μια θύμιση, μια κουβέντα, ένα ξεφτισμένο ραβασάκι, σου ξαναφέρνουν αίφνης στο μυαλό όλες αυτές τις αχνοκίτρινες αναμνήσεις, που κάποτε ύφαιναν έναν ιστό μυστηρίου γύρω από το αντικείμενο του πόθου σου, αφήνοντας σε να αδιαφορείς στο τέλος – τέλος ολοκληρωτικά για το ποσοστό του Τιτ Σοκ στα τρίποντα ή για τα σιδεράκια στα δόντια της πρώτης σου αγάπης. Αγάπη αγνή και ανιδιοτελής, αυτό ήταν.

Μέσα σε αυτήν τη νοσταλγική διάθεση δανείζομαι σήμερα μια ιστορία που ανέσυρα από το αρχείο μου. Τη δανείζομαι με σεβασμό απεριόριστο για να την πω και σε εσας, ώστε και εσείς με τη σειρά σας να την πείτε σε άλλους. Αγκαλιά με το θρυλικό «Τρίποντο», από το οποίο και το «δάνειο», θα μεταφερθούμε σε ένα «άλλο» μπάσκετ. Από μία ιστορία αυθεντικής επιστημονικής… καλτίλας θα χαμογελάσουμε παρέα παραδομένοι στο μπασκετικό Zeitgeist του κατωφλίου των ‘90ies. Σε μια εποχή που το αποτέλεσμα δεν ήταν ακόμα ικανό να χαλάσει τη μαγεία και που τα είδωλα ήταν πραγματικά, και χτίζονταν μέσα από λίτρα ιδρώτα και καντάρια αφοσίωσης μέσα στα παρκέ για χρόνια, και δεν εξαγοράζονταν εν μια νυκτί. Που οι αθλητές, ακόμα και οι πρωταθλητές, ήταν όντα ενεργά στην κοινωνία και την καθημερινότητα και όχι «ημίθεοι», αποσπασμένοι στο δικό τους σύμπαν. Μέχρι που εμφανίστηκε στην τότε μπασκετική πρωτεύουσα, ό άνθρωπος που έδωσε τέλος στην μπασκετική… θνητότητα, ο «ημίθεος» Νίκος Γκάλης.

*Ακολουθεί μία ιστορία επιστημονικής φαντασίας, που μεταφέρεται αυτολεξί από το τεύχος 60 του «Τριπόντου», το οποίο ευχαριστούμε θερμά, για όλα.

"Μεσάνυχτα 29ης Ιανουαρίου 1990 και στην Γκόθαμ Σίτι χιλιάδες ανυποψίαστοι κάτοικοι βρίσκονται στο «Άβυσσος Σκουέρ Γκάρντεν», ή μπροστά στις τηλεοράσεις τους για να παρακολουθήσουν το μεγαλύτερο αθλητικό γεγονός της χρονιάς. Που να ‘ξεραν ότι οι δυνάμεις του κακού, συγκεντρωμένες στο μυαλό του «σατανικού» Τζόκερ, είχαν άλλα σχέδια… Ο κόσμος είχε κατακλύσει το χωριτηκότητας 150.000 θέσεων Γκάρντεν, παλιότερα γνωστό και σαν «Τάφος του Ινδού». Οι εκπρόσωποι της ΟΑΚ (Ομοσπονδίας Αυγών και Καλαθιών), κοστουμαρισμένοι, είχαν ήδη καθήσει στις πρώτες θέσεις, παρέα με τα κυβερνητικά στελέχη. Το παιχνίδι ήταν έτοιμο ν’ αρχίσει.

Οι «κίτρινοι» με αρχηγό τον πολυδιαφημισμένο Νίκαια Τζόουνς, είχαν την παράδοση με το μέρος τους. Όμως οι υπό τον Σπάιντερμαν αφηνιασμένοι «μάυροι» είχαν τα νειάτα και την θέληση. Οι οπαδοί τους είχαν πάρει φωτιά. Αλλά ο παγκοσμίου φήμης διαιτητής Γκας Ριγκαν δεν πέταξε ποτέ ψηλά το τζάμπολ… Του ΄μεινε η μπαλα στο χέρι, καθώς τα φώτα εσβησαν και οι φωνές διαμαρτυρίας μετατράπηκαν σιγά-σιγά σε σε κραυγές ανησυχίας, και αργότερα απόγνωσης. Ο Τζόκερ, ο κακός αυτός άνθρωπος που έπεσε μικρός σε μια μπανιέρα με ξύδι και του ‘στριψε η βίδα, πραγματοποιούσε τα αισχρά σχέδιά του.

Αυτά τα μαύρα μεσάνυχτα ήταν που ο Τζόκερ άνοιξε μια τρύπα από το υπόγειο του Γκάρνετν, κάτω από το παρκέ. Κι όσο οι συνένοχοί του έκοβαν το ηλεκτρικό, ο «άνθρωπος με το σατανικό χαμόγελο» τρύπησε το παρκέ, βγήκε στην επιφάνεια και απήγαγε τον Γκας Ρήγκαν μαζί με τη μπάλα, από το κέντρο του γηπέδου. Αλίμονο. Το μεγάλο παιχνίδι δε θα άρχιζε ποτέ. Όταν γύρισε και πάλι το φως, παίκτες και θεατές το μόνο που μπόρεσαν να κάνουν, ήταν να ρίξουν κέρματα, πολλά κέρματα, στην τρύπα απ’ την οποία διέφυγε ο πανούργος Τζόκερ –μαζί με τον άμοιρο Ρίγκαν και τη μπάλα του αγώνα- η οποία οδηγούσε στους υπονόμους με τους αρουραίους, όπου βρισκόταν το βασίλειό του. Κάπου εδώ αρχίζει η ιστορία μας…

Γιατί σε ένα άλλο σημείο της πόλης, σε μια σπηλιά με βατράχους και αράχνες, στο κρυσφήγετό του, ο τιμωρός Γκάλμαν ετοιμαζόταν να δει το μεγάλο παιχνίδι από την τηλεόραση, φορώντας τις πυτζάμες του και τρώγοντας πασατέμπο. Δυστυχώς γι’ αυτόν, εκείνη τη νύχτα, καθώς και τις υπόλοιπες του χρόνου που ακολουθεί, δε θα κοιμηθεί ούτε λεπτό. Δε θα μπορούσε ποτέ ν’ αφήσει τη χώρα του να ζει στον πόνο και την αμφισβήτηση. Η αδιάκοπη και αδυσώπητη μάχη με το κακό, είχε ξαναρχίσει.

Ο Γκάλμαν ξυρίστηκε για γούρι, έβαλε την κιτρινόμαυρη στολή και τις σαγιονάρες του κι έτρεξε στο γήπεδο, για να αρχίσει τη μάχη του κατευθείαν από τον χώρο του εγκλήματος. Εις μάτην όμως. Όσο βαθιά και αν έψαξε στην τρύπα του Τζόκερ, δε βρήκε ουτε τον κακοποιό, ούτε τον διαιτητή, ούτε τη μπάλα. Ο Γκάλμαν ανέβηκε ξανά στο παρκέ, που τόσο καλά είχε γνωρίσει αγωνιζόμενος στο γειτονικό κολέγιο Χολ και ορκίστηκε μπροστά στο τρομοκρατημένο πλήθος ότι θα βρεί τους χαμένους και θα βγάλει τη χώρα από το αδιέξοδο. Εδώ, άρχισε η αναζήτηση του ήρωά μας. Μια αναζήτηση στον χώρο και το χρόνο, που φυσικά το κομπιούτερ – μυαλό του, του υπέδειξε ότι πρέπει να ακολουθεί τον δρόμο της πορτοκαλιάς μπάλας...

Η αναζήτηση του Γκάλμαν άρχισε από την Σαλόνικα Σιτι, μετά από υποψίες του προέδρου Άκη, της τοπικής ομάδας, ότι ο Τζόκερ κρυβόταν εκεί. Ο Γκάλμαν κίνησε κατά ‘κει, γνωρίζοντας ότι λατρεύεται σαν «Θεός» στην Σαλόνικα Σίτι. Θέλησε λοιπόν να βοηθήσει τους κατοίκους, δια μέσου της ομάδας τους, που είναι το πολυτιμότερό τους αγαθό. Αυτό βέβαια, όσο «έτρεχε το χρήμα» από τον Πρόεδρο Άκη. Γιατί… δε μπορεί ένας Γκάλμαν να μην πληρώνεται για τις υπηρεσίες του.

Κρυμένος λοιπόν στο ταβάνι της «Αλεξάντερ Αρίνα», ο Γκάλμαν με τις τηλεπαθητικές του ικανότητες, επηρέαζε όλα τα αποτελέσματα των διεθνών αγώνων, με αποτέλεσμα η ομάδα της οποίας αρχηγός ήταν ο Νίκαια Τζόουνς να φτάσει στο Φάιναλ-Φορ. Κρίμα όμως που ο πρόεδρος Άκης δεν είχε άλλα λεφτά να δώσει, γιατί ο Γκάλμαν δεν πήγε μαζί τους στο Φαιναλ – Φορ και η Σαλόνικα Τιμ «πάτωσε». Ως φίλαθλο πνεύμα ο Γκάλμαν βοήθησε όμως και τις άλλες ομάδες της Σαλόνικα Σίτι. Έστειλε με τις τηλεπαθητικές του ικανότητες την ομάδα του Σπάιντερμαν στους 4 ένος άλλου κυπέλλου, ενώ η τρίτη, αυτή του Μαύρου Σούπερ Γκούφι έφτασε στους 8 του δικου της. Δυστυχώς όμως η οικονομική ανεπάρκεια τους έκοψε τη βοήθεια, με αποτέλεσμα να «πατώσουν» και αυτοί.

Οι έρευνες του Γκάλμαν για τον Τζόκερ και τα θύματα του τον οδήγησαν στη Νέφος Σίτι, οπου και εκεί, αφιλοκερδώς μάλιστα, βοήθησε μια άλλη ομάδα, αυτή του Μπέιμπι Φέις Κιντ, να μπει στους 8 του κυπέλλου της. Όμως, οι έρευνες εξακολουθούσαν να μην οδηγουν πουθενά και ο άμοιρος Ρήγκαν, καθώς και η μπάλα, να βρίσκονται ακόμα στα χέρια του διεστραμμένου κακοποιού, που ζητούσε λύτρα από τον γ.γ. της ΟΑΚ Μπόρα Κόβιτς, τον άνθρωπο με τις 35 γλώσσες. Βλέποντας από ψηλά το πρωτάθλημα της χώρας αυτής ο Γκάλμαν ξεχνούσε συχνά τον σκοπό της αποστολής του, για να δεί αγώνες μπάσκετ ή να παίξει τάβλι. Οι ομάδες της Σαλόνικα, του ΕΤ, του Σνέικ και του Άισμαν, ενώ αυτές που δεν άντεξαν ήταν αυτές του Τζόνι Χοτ και του Τόλη Σορτ.

Ο τίτλος θα κρινόταν για άλλη μια φορά μεταξύ του Νίκαια Τζόουνς και του Σπάιντερμαν, σε πολλές αγωνιώδεις συναντήσεις, στις οποίες ο Γκάλμαν πληρώθηκε από τα πολλά κέρματα που έπεσαν στο «Αλεξάντερ». Τότε ήταν που αποφάσισε πως η Γκόθαμ Σίτι μπορούσε να περιμένει λίγο για την εξέυρεση του Ρήγκαν…"

Συνεχίζεται…

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « Δύο αταίριαστα (;) δίδυμα Ένας αποχαιρετισμός »