Τρίτη, 14 Ιουνίου 2016 08:38

14 Ιουνίου 1987

Από :

Όταν είναι κανείς οκτώ χρονών βλέπει τα πράγματα διαφορετικά, υπό την έννοια πως κάθε στιγμή μπορεί να είναι ένα μνημείο, ή (με την φιλοσοφική προσέγγιση) ένα αληθινό "γεγονός" , κάτι δηλαδή που δεν έχει προηγούμενο , και που δεν μπορεί να ερμηνευτεί από το υπάρχον γνωστικό πεδίο. Στις 4 Ιουνίου του 1987, ο Ζάρκο Πάσπαλι έβαλε 24 πόντους, ο Νίκος Γκάλης 44, και η Ελλάδα κέρδισε στο μπάσκετ τη Γιουγκοσλαβία με 84 - 78 για το ευρωπαικό πρωτάθλημα. Αυτοί που ήταν τότε τριγύρω μου είχαν μείνει με το στόμα ανοιχτό. Η νίκη αυτή ήταν ένα πρωτοφανές γεγονός και για εκείνους, παρότι ήταν πολλά χρόνια μεγαλύτεροι. Απέναντι από την εθνική βρισκόταν ο καλύτερος παίκτης του ευρωπαικού μπάσκετ (Ντράζεν), και είχε δίπλα του μερικές ακόμη μυθικές μορφές, άσχετα αν γυρνώντας σήμερα πίσω παρατηρεί κανείς πως ο Γκρμπόβιτς ήταν για την εποχή σαφώς μεγαλύτερο μέγεθος από τον Ράτζα ή τον Κούκοτς. Οι δυο τους ήταν απλώς μειράκια, αλλά τα αδέρφια Πέτροβιτς, ο Ζάρκο, ο Ντίβατς και ο Βράνκοβιτς έφταναν και παραέφταναν για να αναδείξουν το κατόρθωμα της εθνικής περίπου ως κάτι ηρωικό.

Την επόμενη κιόλας μέρα, η ήττα με κάτω τα χέρια από την Ισπανία των Επι, Χιμένεθ, Σολοθάμπαλ, Σιμπίλιο κ.α. επανέφερε τα πράγματα στη θέση τους. Η εθνική είχε ήδη ξεπεράσει τον εαυτό της και απόλυτα λογικά κατέρρευσε . Η εξήγηση ήταν εύκολη και στα μάτια μου απόλυτα λογική. Οι Ισπανοί ήταν μεγάλοι παιχταράδες, και ακόμη κι αν ο Γκάλης έκανε απέναντι τους τα πάντα, αυτοί ήταν τόσοι και οι παίκτες μας δύο τρεις. Σε κάθε βήμα της, η παρέα του Γκάλη και του Γιαννάκη είχε να αντιμετωπίσει κάποιον "ψηλότερο" από εκείνη, και όσο να ναι αυτό για έναν πιτσιρικά είναι κάποιου είδους μάθημα. Ο αντίπαλος είναι δυνατός, παίζει το άθλημα πολύ καλά, και για να τον κερδίσει η ομάδα που υποστηρίζω πρέπει να παίξει καλύτερα. Πόσο μάλλον όταν εκείνος λέγεται Σοβιετική Ενωση, και στις τάξεις του υπάρχουν ο Μαρτσιουλιόνις, ο Χομίτσιους, ο Βάλτερς, ο Τιχονένκο.

Η απουσία του Σαμπόνις δεν έκανε τους γύρω να μιλούν με λιγότερο δέος. Οι Σοβιετικοί άλλωστε, είχαν καταδυναστεύσει (μαζί με τους Γιουγκοσλάβους) για πολλά χρόνια το ευρωπαικό μπάσκετ. Μάλιστα ο Μαρτσουλιόνις έκανε  το ουσιαστικό ντεμπούτο του με τα χρώματα της χώρας του, αφήνοντας τους πάντες σχεδόν άναυδους. Μη βλέπετε αυτά που όλοι γνωρίζουμε για εκείνον σήμερα, τότε οι παραστάσεις από το πρωτάθλημα της αχανούς Ενωσης ηταν ελάχιστες , και όσοι μιλούσαν με τα καλύτερα λόγια είχαν προνόμια που σχετίζονταν με την επαγγελματική τους ενασχόληση. Αυτό όσο να ναι τέντωνε και τον μύθο του γίγαντα που είχαμε απέναντι μας, και τον έκανε θεόρατο. Οι Σοβιετικοί εξάλλου ήταν οι πρωταθλητές Ευρώπης του 1985 και είχαν ηττηθεί από τις ΗΠΑ στον τελικό του Μουντομπάσκετ του 1986 με μόλις δύο πόντους. Από τις ΗΠΑ, στις οποίες τότε έπαιζαν μεταξύ άλλων ο Ντέιβιντ Ρόμπινσον και ο πρωταθλητής προπονητής των Ουόριορς Στιβ Κερ.

Η έλλειψη άμεσης πληροφόρησης, η αποκλειστική στήριξη στις δημοσιογραφικές πηγές, και τέτοιου τύπου ιστορίες, έκαναν την ήττα με 66 - 69 από τους Σοβιετικούς να μοιάζει με την μεγαλύτερη χαμένη ευκαιρία της μπασκετικής ιστορίας της χώρας. Μέσω αυτής όμως, το θυμάμαι, μεταδόθηκε γύρω γύρω και η πίστη πως απέναντι στη Γαλλία δεν θα ερχόταν η κατάρρευση όπως με τους Ισπανούς, και ας είχαν οι τρικολόρ στις τάξεις τους τον Eρβέ Ντιμπουισόν, έναν τρομερό σκόρερ που έγινε ο πρώτος ευρωπαίος στην ιστορία που υπέγραψε σε ομάδα του ΝΒΑ, στους Νιου Τζέρσει Νετς. Το δημοσίευμα είναι από τις 21 Ιουνίου του 1984.

Ο Ντιμπουισόν δεν έπαιξε τελικά ποτέ στο ΝΒΑ, και δεν κέρδισε την εθνική Ελλάδος στις 7 Ιουνίου του 1987. Εβαλε μόνο 11 πόντους, την ώρα που ο Γκάλης έφτασε τους 34. Μαζί του, αποκλείστηκαν ο Ντακουρί, ο Οστρόφκσι, ο Ντεμορί και ο Ιφναγκέλ, ονόματα που τα ακούς και σε πιάνει νοσταλγία.

Το παιχνίδι απέναντι στους Ιταλούς που έβαλε την εθνική στην τετράδα δεν θυμάμαι να το είδα. Μπορεί και να το είχα δει, μπορεί και όχι, μπορεί να μην με είχε αφήσει η μαμά μου, μπορεί να είχα επιλέξει να παίξω με τα τζι άι τζο. Ο Μανίφικο πάντως είχε πολύ μεγάλη μύτη, αυτό είναι σίγουρο, όπως εξίσου σίγουρο είναι ότι ο Ρίβα ήταν κάτι αντίστοιχο του Χουάν Αντόνιο Σαν Επιφάνιο , στο ιταλικό του. Μπορούσε να σκοράρει από παντού, είχε αρχοντικό στυλ και σηκωνόταν κάμποσο ψηλά στον άερα όταν σούταρε. Ο δε Νάντο Τζεντίλε ήταν τρελούτσικος σαν τους απογόνους του, και ο Μπρουναμόντι έδειχνε πως μάλλον θα κάνει καράφλα. Με απλά λόγια, δεν υπήρχε τίποτε μυθικό αυτή τη φορά απέναντι στην ελληνική ομάδα. Οι δύο εμφανίσεις της στα προκριματικά απέναντι στη Γιουγκοσλαβία και στη Ρωσία είχαν μεταδώσει την πιστη πως το εμπόδιο των Ιταλών στο νοκ άουτ θα μπορούσε να ξεπεραστεί και να φέρει την Ελλάδα σε πρωτόγνωρη θέση. Ετσι ακριβώς συνέβη. Απεναντι μας βρίσκονταν (στα σοβαρά) παικταράδες, αλλά τα ραντεβού με τα δύο αληθινά μεγαθήρια δεν μπορούσαν να περιμένουν.

Αυτό που έγινε εκείνα τα τελευταία βράδια στο σπίτι μου ήταν το κάτι άλλο. Το σκορ του ημιχρόνου απέναντι στην Γιουγκοσλαβία του Ντράζεν άφηνε περιθώρια μόνο για μία τιμητική ήττα και μία μελλοντικά ευχάριστη ανάμνηση. Κανείς δεν μπορούσε να πιστέψει πως η εθνική θα κέρδιζε για δεύτερη φορά αυτή την ομάδα, η οποία προηγούνταν στο πρώτο μισό με 10 πόντους και είχε τα αστέρια της σε καλή βραδιά μέχρι εκείνο το σημείο. Επίσης, στις 14 Ιουνίου του 1987 κανείς δεν μπορούσε να πιστέψει πως μετά το άστοχο σουτ του Ιωάννου και την αποβολή του Γιαννάκη με 5 φάουλ , θα μπορούσε η εθνική να αντισταθεί για άλλα πέντε λεπτά στην Σοβιετική μηχανή που είχε απέναντι της. Ομως ο Γκάλης έβαλε 40, ο Καμπούρης πήρε το επιθετικό ριμπάουντ, ο Ανδρίτσος βγήκε μπροστά και ο Γιοβάισα αστόχησε.

"Η ελληνική ομάδα είναι πρωταθλήτρια Ευρώπης".  Αυτό που αναφώνησε στο τέλος ο Φίλιππος Σύριγος είναι πιθανώς μία από τις πιο όμορφες, και ταυτόχρονα αληθινά δημοσιογραφικές ατάκες της ιστορίας του μπάσκετ της χώρας μας. Δεν ήταν η "Ελλάδα", ήταν η ομάδα, που ήταν ελληνική. Χωρίς φανφάρες και χωρίς μεγαλοστομίες, ο θρίαμβος αποδόθηκε πρώτα πρώτα εκεί που άξιζε να αποδοθεί. Όχι σε μία χώρα, όχι σε έναν λαό, αλλά σε μία ομάδα μπάσκετ.

Αυτή η ομορφιά κάπου στην πορεία χάθηκε, για να υπερισχύσει το αθλητικό DNA του λαού μας, η "εξυπνάδα" των Ελλήνων παικτών, η λεβεντιά, η ψυχή και η εθνική θριαμβολογία. Ομως η παρέα των Γκάλη , Γιαννάκη, Φασούλα και Φάνη είχε ήδη προλάβει να δείξει σε πολλούς από εμάς μια άλλη σημασία του πρωτόγνωρου αυτού αθλητικού "γεγονότος". Την αγάπη για το άθλημα, που πηγάζει από την ομορφιά του παιχνιδιού και την αξία του αντιπάλου. Πριν από κάθε ένα από εκείνα τα παιχνίδια, το μέγεθος εκείνου που είχαμε απέναντι μας ήταν το πρώτο που προέβαλε ως πρόκληση. Συνεπώς, η αξία της κάθε νίκης πήγαζε εξίσου και από τον άλλον, που βρισκόταν απέναντι. Δεν υπήρχε η "αρρωστη" αίσθηση πως οι αντίπαλοι των Ελλήνων ήταν υποδεέστεροι. Το "ποια Μπάμπεργκ" και η "μέτρια Λαμποράλ" ήρθαν αργότερα ως απόκλιση.

Από το 1987 και έπειτα παρακολουθώ ανελλιπώς μπάσκετ, επειδή μου το έμαθε η εθνική. Αυτό ήταν και το μεγαλύτερο επίτευγμα της. Δεν προσέφερε κάποιον εθνικό θρίαμβο, ούτε κάποιο εθνικό επίτευγμα. Τέτοιο θα ήταν να ζούσαν οι άνθρωποι της χώρας καλύτερα. Εβαλε όμως τον αθλητισμό σε πολλά σπίτια, και πριν από οτιδήποτε άλλο, μας έμαθε τον Ντράζεν , τον Σαρούνας, τον Κούκοτς , τον Ράτζα , τον Επι, και κατ'επέκταση το ΝΒΑ, τον Τζόρνταν, τον Μάτζικ. Σήμερα οι μπασκετικοί έχουμε γενέθλια και, δεν ξέρω αν έπεσε στην αντίληψη σας, αλλά αυτό το κείμενο είναι σε μεγάλο μέρος του αφιερωμένο στους άλλους.